Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Άνθρωποι χωρίς χαρτιά

«Σάμεεε»
Έσκισε η κραυγή της τη νύχτα, σιάχτηκε το φεγγάρι, τα βούρλα, ο κοιμώμενος έμβιος πληθυσμός του ποταμού.
Πάπιες, χήνες, φλαμίνγκο, κύκνοι, αργυροτσικνιάδες, σταχτοτσικνιάδες ανασηκώθηκαν, κούνησαν τα φτερά να διώξουν το κακό που προμήνυε η φωνή του ανθρώπου.
Ρίγησαν οι άνθρωποι της αναμονής, στις δυο όχθες του ποταμού.
Ρίγησαν και οι μάνες στα μακρινά σπίτια των πέρα χωριών που δεν μπορούν να κοιμηθούν.
Δεύτερη κραυγή με πόνο γέννας «Σάμεεε».
Τότε θύμωσαν οι περαματάρηδες και κινητοποιήθηκαν οι ένστολοι.
«Γρήγορα. Γρήγορα. Κουνηθείτε.» έσπρωχναν ανθρώπους, παιδιά, χαμηλόφωνα, αλλά επιτακτικά, θυμωμένα, απάνθρωπα. Το κρύο μόνο τα σώματα ακινητοποιούσε. Τα μωρά και μικρά παιδιά πήγαν να κλάψουν και με ορχηστρικά κινούμενα χέρια μητέρες σφράγιζαν τα στόματα μην και ακυρώσουν το ταξίδι της ελπίδας.
Η Ζεϊνέπ έπεσε στα παγωμένα νερά, ενώ ο Αμπντάλ και οι άλλοι προσπαθούσαν να την τραβήξουν έξω. Από δίπλα ο μικρός Σαμίρ. Την ξάπλωσαν στα χόρτα.
Το αίμα στο μέτωπό της μάνας του ο μικρός Σαμίρ το είδε .
«Σάμε, Σάμε» συνεχώς επαναλάμβανε καλώντας το παιδί της ενώ τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια, κατρακυλούσαν στους κροτάφους και έπεφταν στη λάσπη. Ο Σαμίρ τρομοκρατημένος γι’ αυτό που έβλεπε και δεν καταλάβαινε κοιτούσε με τις τεράστιες ματάρες του μια τον Αμπντάλ, μια την Ζεϊνέπ. Πανικός, φόβος διέτρεχε αυτό το ανθρώπινο μελίσσι.
Γρήγορα, γρήγορα έπρεπε να εξαφανισθούν μέσα στον βάλτο μέχρι το επόμενο βράδυ. Μέσα στην νύχτα άκουγες το ποτάμι και τον απόηχο από γλώσσες ανθρώπων πολλές, με θυμό ψιθυρισμένες, απορημένες, πονεμένες. Στο βάθος υπόκωφος θόρυβος μηχανής βάρκας μπέρδευε τους ήχους των γλωσσών. Μια βάρκα βαριά από ανθρώπους και πόνο, με τον 10χρονο Σάμε κατευθυνόταν απέναντι επαναλαμβάνοντας το σκοτεινό ταξίδι των συνόρων. ¨Ένα ταξίδι απωλειών, ένα ταξίδι παγωμένο, άγριο, με ένα ποτάμι όχι πάντα φιλικό.  Ένα ποτάμι που ξερνάει ανθρώπινα κορμιά.
Απόμεινε η οικογένεια χωρίς το παιδί.
 Έτρεξε, όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Τον Σάμε τον παρέσυρε η αστοχία του φόβου, η βιασύνη της ελπίδας των άλλων συνοδοιπόρων, το απρόσεκτο της παιδικότητας.
Θυμός, αγωνία, απόγνωση.
«Ο Σάμε; Σταματήστε,» ούρλιαξε. Σιδερένιες ένιωσε τις γροθιές να την σφίγγουν για να επανέλθει στην τάξη. Έτρεξε να τον φέρει πίσω, τα νερά την παρέσυραν, χτύπησε στη μηχανή της βάρκας, τα χέρια της ξυλιασμένα δεν κράτησαν την βάρκα, οι φωνές των επιβατών την αποθάρρυναν, οι βρισιές την πλήγωσαν, η βία της απελπισίας την χώρισε από το παλικαράκι της. Το βελούδινο βλέμμα του το είδε βουρκωμένο μέσα στο λιγοστό φως του φακού του περαματάρη.
Σαϊτιά στην καρδιά η απομάκρυνση της βάρκας, τα χέρια απλωμένα, ικεσία ζωής, ικεσία για την εύπλοιαν.
Πού πάει το παιδί; Πού ταξιδεύει; Ποιον Θεό να επικαλεσθεί; Ποιο πόνο να φωνάξει; Πνιχτές οι κραυγές της αντί να αφεθούν για να ελευθερώσουν τον πόνο, την απελπισία. Τι τίμημα για την ελπίδα; Αν το ήξερε.
 Βήμα, βήμα περπάτησαν μέχρι εδώ. Στις πέτρες, στο σκοτάδι, στα λαγκάδια, στην δίψα, στην κούραση. Στέγνωναν τα χείλη, μάτωναν τα πόδια, θέριζε η πείνα και η απειλή. Μόνη της παρηγοριά όταν ακουμπούσε το τρυφερό δέρμα τους κι ένιωθε την καρδιά τους σαν των πουλιών που όταν τα πιάνεις φτεροκοπά.
Και τώρα τι; Η άβυσσος. Ο Αμπντάλ κάτι πήγε να της πει για αντάμωμα. Ποιο; Πού; Όλη νύχτα. Χτυπιόταν στη λάσπη. Οι άλλοι ανήμποροι, την κοιτούσαν. Τι να πουν; Ο φόβος που γι’ αυτήν τώρα δεν υπήρχε, αυτός όπως κι αυτήν χθες τους πάγωνε. Πονεμένοι άνθρωποι, τι να πουν γι’ αυτόν τον μεγάλο πόνο. Δεν είχε σπίθα ελπίδας για να απαλύνει τον πόνο. Κάπου κάπου αναζητούσε τον Σαμίρ. «Σαμίρ.» Τον άγγιζε, έπαιρνε μικρή ανάσα για τον θρήνο που ακολουθούσε.
Ο ήλιος βγήκε, ανέβηκε η γυναίκα λάσπη με άδεια μάτια, χαμένη στον πόνο, σύρθηκε από τους άλλους εδώ κι εκεί σε κουφάλες δένδρων, κάτω από γέφυρες, σε κρυψώνες. Ώσπου νύχτωσε και ξανά τα ίδια.
«Προχωρήστε, μην μιλάτε, τα παιδιά να βγάλουν σκασμό. Τα λεφτά; Πού είναι τα λεφτά;»
Φως κίτρινο από φακούς που ανοίγουν δρόμο, τυφλώνουν τα μάτια. Τα πόδια μέσα σε κρύα, μαύρα από τα σκοτάδια, νερά. Στο διάβα τους όλα τα ζωντανά απομακρύνονταν. Τι φοβούνται; Τους φοβισμένους; Το μπουλούκι την σέρνει, ο Αμπντάλ φορτωμένος τον Σαμίρ της κρατάει το χέρι. Το βάρος του πατρικού πόνου πολλαπλασιάζεται από το δικό της, των μπόγων τους.
Ξανά ο ήχος της μηχανής. Νε ξεράσει θέλει ο ήχος αυτός που σαν τραγούδι τον περίμενε, έγινε απεχθέστατος, μακάβριος, απωθητικός. Όλα είναι μαύρα. Είχε ονειρευτεί την ώρα αυτή, πνιγμένη στα γαλάζια με κρύσταλλα νερά καθαρά, διαυγή και τον ήλιο χρυσό. «Σάμε. Στείλε μήνυμα με τα πουλιά, με το νερό, με το σκοτάδι, με τις μυρωδιές αυτές, έστω του βάλτου, των σάπιων καλαμιών, του μόνιμα βρεγμένου χώματος, των σαπισμένων κορμιών των πνιγμένων. Πες μου ότι είσαι ζωντανός, ότι δεν πονάς, ότι με περιμένεις στην όχθη. Πες μου ότι μαζί θα συνεχίσουμε το ταξίδι της ελπίδας. Πες μου ότι δεν κλαις, δεν πεινάς, πες μου ότι αναπνέεις. Πες μου ότι βρέθηκε φτερούγα αγγέλου να σε αγγίξει, να σε πάρει υπό τη σκέπη του. Πες μου, κάτι πες μου.»
Ξημερώματα διέσχισαν καλαμοχώραφα, μούσκεμα και τα πόδια να βαραίνουν από τον φόβο, την αγωνία, το άγνωστο, το μετά, την κούραση, την κακουχία, την πείνα, την απειλή του θανάτου, την βία των ανθρώπων, την απληστία τους.
Έφτασαν στα πρώτα σπίτια ενός χωριού, διέσχισαν άδειους δρόμους, κάτι κοκόρια έλεγαν  ότι ξημέρωσε. Κάποιος αγουροξυπνημένος βγήκε στην πόρτα,τους κοίταξε αδιάφορα. Κάποια σκυλιά αντάλλαξαν γαυγίσματα ενοχλημένα από τους επισκέπτες. Μπήκαν στο Τμήμα. «Πολιτσά. Πολιτσά» ο ένας έλεγε στον άλλο.
Ο ήλιος τρυπούσε τα μάτια της και όλη η φασαρία της έφερνε ζάλη. Όλα γύριζαν, γύριζαν. Έφευγε για πού; Χαρτιά; Τι χαρτιά; Άκουγε, έδωσαν τα ονόματά τους. Από την Ερυθραία. Έλεγαν και ξανάλεγαν στον μεταφραστή. «Τον Σάμε. Πες του για τον Σάμε. Ήρθε χτες. 10 χρονών.» «Πώς είναι;» «Όμορφος» «Ήρθε ένας μικρός χτες αλλά ήταν Σομαλός» λέει ο μεταφραστής. «Πού είναι; Να τον δω.» Η ζάλη έφυγε μπροστά στην απαίτηση της μάνας. «Πού είναι να τον δω.» Έπιανε τον έναν, άφηνε τον άλλον. Έκλαιγε, σερνόταν. «Τον Σάμε.» Παρακαλούσε εδώ, απειλούσε και καταριόταν. Έπιανε τους ένστολους, τους άλλους, τις μάνες, τους άνδρες. «Βοήθεια. Ακούστε με. Δώστε μου μια ευκαιρία.»
«Τον πήραν. Είναι με άλλα παιδιά.» «Θα πάω». « Δεν μπορείς.» «Μπορώ. Ποιος θα με σταματήσει; Έχεις παιδί; Πού είναι;»
«Έλα καλή μου» ο Αμπντάλ προσπαθούσε να την ηρεμήσει.
Ήρθαν οι γιατροί να βοηθήσουν.
Εξηγήστε αργά. Τι αργά, ο πόνος δεν έχει ταχύτητα. Είναι σαϊτιά, σκίζει τις ψυχές..
Πώς είναι; Τι έγινε; Πώς να περιγράψεις το παιδί σου. Πώς να περιγράψεις την αγάπη; Πώς να περιγράψεις την ομορφιά, το βλέμμα του, το κομμάτι της ψυχής σου, το αγόρι σου, το εκ της σαρκός σου πλάσμα. Το μουτράκι που κολλούσε στα στήθη σου να ρουφήξει σταγόνες της ζωής που η πείνα τις στέρεψε. Πηγές άνυδρες τις κατάντησε, στέρεψε το γάλα, όμως η αγάπη έτρεφε και τα χόρταινε και το τραγούδι της τα γλύκαινε.
Τα χέρια της έπιασαν τον κόρφο της, την φωλιά τους. Εκεί στα στήθη ανάμεσα βρήκε τη φωτογραφία. Ο Σάμε στο ζωολογικό κήπο δίπλα σε ένα λιοντάρι. Λέαινα έγινε με την φωτογραφία στο χέρι να την κουνάει και να απαντάει.
«Ναι, ίσως είναι αυτός, αλλά χωρίς χαρτιά καταχωρήθηκε μαζί με τους Σομαλούς, ως Σομαλός.»
Διαβάζει τα χείλη, κοιτάζει τον μεταφραστή.
«Σομαλός; Ποιος; Ο Σάμε;»
«Δεν είχε χαρτιά. Τον ρωτήσαμε αν είναι Σομαλός και είπε ναι.»
«Λάθος, λάθος, λάθος.» Πόσα λάθη δεν σβήνονται.
«Πρέπει να σβηστεί.»
«Παίρνει χρόνο.»
«Ποιο χρόνο; Το δικό σου ή το δικό μας. Το παιδί μου να έρθει σιμά μας, μαζί μου.»
«Δεν μπορεί ήταν ασυνόδευτο.»
«Ασυνόδευτο το παιδί μου;»
Τι κατάρα.
«Σάμε, Σάμε, Σάμε. Γύρνα πίσω, η μάνα σου σε καλεί.»
Γύριζε από εδώ κι από εκεί, έπεφτε, σηκωνόταν, εκλιπαρούσε, βογκούσε κρατώντας το χέρι ψηλά με την φωτογραφία, το τεκμήριο της. «Σάμε.»
«Θα βοηθήσουμε, θα δούμε.»
«Δείτε το.»
Ποιος, πώς;
Σάμε.
Ο Σάμε χαμογελαστός, ατάραχος κι άφοβος, υπερήφανος μπροστά στο λιοντάρι. Αυτή έφερνε πάνω κάτω το θάλαμο με το σωρό από ανθρώπους. Άνθρωποι που μπροστά τους  οι Άθλιοι του Β. Ουγκώ θα ωχριούσαν. Θα ωχριούσαν, μπροστά στο δράμα τους και την ανημποριά τους.
«Σάμε» φώναξε και ο Σαμίρ τρέχοντας ανάμεσα στα πόδια της, γαντζωμένος στα γεμάτα λάσπη φουστάνια της.
«Μάνα, ο Σάμε; Θα τον βρούμε;»
«Εγώ με ή χωρίς αυτούς  θα τον βρω» απάντησε αποφασιστικά.


English Translation:
Title: The 'Sans Papiers'
(Written by Maria Toloudi)


"Sàmeee"
Her scream ripped the night apart, the moon got petrified, the bushes too, along with the sleeping living species of the river.
Ducks, geese, flamingos, swans, egrets, and herons woke up, waved their wings to fade away the evil that the human voice foretold.
People, waiting on both riverbanks, shivered.
Mothers that couldn’t sleep shivered too, in distant houses across remote villages.
A second agony scream: "Sàmeee."
The guides became promptly angered, and the uniformed alert.
"Hurry up. Quickly. Move it. " They pushed adults and children, inaudibly but urgently, with anger, and cruelty. The cold restrained only their bodies. Babies and young children wanted to cry but mothers sealed their mouths with their arms moving graciously for fear of cancelling their journey of hope.
Zeinep fell into the icy waters, while Abdullah and others tried to pull her out. Little Samir stood on the side. They laid her down on the grass.
Samir saw the blood on his mother’s forehead.
"Sàme, Sàme" she repeated constantly by calling her offspring while tears were running from her eyes, tumbling on her temples and falling in the mud. Shamir, terrified about what he watched but wasn’t able to grasp, looked with both wide eyes at Abdullah and Zeinep back and forth. Panic and fear ran through this human beehive.
Fast! They had to vanish real fast into the swamp until the following night. Through the dark you could hear the river and the mute sound of many languages, who whispered with anger, puzzled, or in pain.
In the background, the distant noise of a motorboat got mixed with the sounds of the human tongues. A vessel heavily loaded with people and agony, and the 10-year old Sàme, were headed across, repeating the dark journey of the border. A journey with losses, a freezing journey, quite rough, in a not too approachable stream. A river that spews human bodies.
The family was left behind without the child.
He'd run; everything had happened so quickly. Sàme was dragged by the hopelessness of fear, the hastiness for 'hope' of his fellow wayfarers, the negligence of the childhood.
Anger, anxiety, despair.
"Sàme? Stop" she screamed. She felt clenched by iron fists forcing her to return to order. She ran to bring him back, the waters swept her away, she hit the engine of the vessel, her hands cold-frozen couldn’t hold the boat, passenger voices discouraged her, their insults stung her, the violence of despair separated her from her young boy. She saw his velvet gaze in tears in the dim light of a guide's strobe.
She felt just like an arrow hit straight in her heart as the vessel parted away, her arms outstretched, pleading for life, praying for a safe crossing.
Where does the child go? Where to does it travel? To whom a God could she appeal? What agony would she cry out? Her weeping muffled, not allowing her to release the pain, the despair. What a price to pay for hope? If she only knew.
They marched up to this place step by step. They hiked on rocks in the dark, in the ravines, thirsty, fatigued. Their lips dried out, their legs bleeding, wounded by the famine and the menace. Her only consolation was when their tender skins touched, and she felt their hearts beating like a bird’s, when you hold it in your hands.
And now what? The abyss. Abdullah tried to say something about reunion. What? Where? During the whole night she's been beating herself in the mud. The rest of them, powerless, were watching her. What could they say? It was only yesterday that the fear she now seemed to disregard had frozen them all. Those people, themselves in pain too, what could they possibly utter about this great agony? There was no spark of hope to soothe the aching. Sporadically she sought Samir. "Samir." She touched him, and took a short gasp for the grief that then followed.
The sun came out, the muddy woman stood up with empty eyes, lost in pain, dragged away from the rest of them who were hiding here and there in hollows of trees, under the bridges, in hideouts. Until nightfall, and the same would repeat again.
"Move ahead, don’t talk, children must shut-the-f**k-up. Dough? Where’s the dough? "
Yellow light from strobes that led the path was blinding the eyes. Feet in cold waters, blackened from the darkness. All the living had disappeared from their pathway. What were they afraid of? Of the frightened? The mob drags on; Abdullah, carrying Samir on his shoulders, is holding her hand. The burden of his paternal agony got multiplied by her own pain, by the baggage they carry.
The remote sound of an engine, once more. She wants the sound to stop; the sound that she had dreamt of like a melody had now become disgusting, grim, repulsive. Everything is black. She had visualized these moments, smothered in blue with crystal clear waters, transparent and golden like the sun. "Sàme. Send me a message with the birds, with the water, with the dark, with these odors, no matter what with, the swamp, or the rotten reeds, the endlessly wet soil, the rotten corpses of the drowned. Tell me that you are still alive; that you don’t ache, that you'll wait for me on the shore. Tell me that we will continue our journey of hope together. Tell me that you don’t weep, you're not hungry, tell me that you still breathe. Tell me that an angel’s wing has touched you, and has taken you underneath. Tell me, tell me something."
At daybreak they crossed fields of reed, feeling soaked and their legs weighing heavy from fear, anxiety, the unknown, the future, fatigue, malaise, hunger, the threat of death, the violence of humans, their greed.
They reached the front houses of a village, crossed the empty streets, some roosters crying that it had already dawned. Someone, half-awake, came to the door, and looked at them indifferently. Some dogs, upset by the newcomers, exchanged loud barks. They entered the Precinct. "Politsa. Politsa" they have been yelling at each other.
The sun pierced her eyes and all that noise brought her dizziness. Everything was spinning, turning. She was going where? Papers? What papers? She listened, they gave their names. From Eritrea. They told the interpreter again and again. "Sàme. Tell him about Sàme. He came in yesterday. 10 years old.” "What does he look like?” “He’s handsome” “There was a kid that came in yesterday, but he was a Somali” the interpreter said. "Where is he? Let me see him." Her dizziness was pushed away by her maternal urge. "Where can I see him." She walked from one person to the next. She cried, she crawled. " Sàme." She begged, she threatened, she cursed. She grabbed the uniformed, the rest, the mothers, the men. "Help. Listen to me. Please, give me a chance."
"They've got him. He’s with the other children." "I'll go find him." "You can’t.” "Yes, I can. Who’s gonna stop me? Have you got a child? Where is it, then?"
"Come here, luv” Abdullah was trying to calm her down...
Doctors came in to assist.
“Please, explain slowly.” What do you mean slowly? Pain has got no velocity. It’s an arrow, tearing souls apart.
How is he? What happened? How could you possibly describe your child? How could you possibly explain love? How could you tell his beauty, his gaze, a piece of your soul, your own boy, a creature of your own flesh. His wee-little face that stuck onto your breasts to suck the drops of life that the famine had almost dried up. They became withered springs, the milk dried up, but love was abundant and kept feeding them and her songs sweetened them.
She laid her hands in her bosom, like in a nest. There, between her breasts, she found a photograph. Sàme at the zoo, at the side of a lion. She became herself a lioness with the photograph in her hand, waving it and yelling at the same time.
"Yes, it might be him; but without any papers he was registered with the Somalis as a Somali."
She’s trying to read his lips, she turns towards the interpreter.
'Somali? Who? Sàme? "
"He had no papers. We asked him if he was Somali and he said ‘yes’. "
"Wrong, wrong, wrong." How many blunders cannot be erased.
"It must be erased."
"It takes time."
"What time? Your time or ours? My child’s got to come here, with me. "
"It can’t be, he was unaccompanied."
"Unaccompanied, my child?"
What a curse.
"Sàme, Sàme, Sàme. Come back; your mother is calling."
She turned around from here to there, she fell down, she got up, she begged, she groaned, her hand holding up the photograph of her proof. "Sàme"
"We shall help, we’re going to search for him."
"Do it, then!"
Who’s going to do what, how?
Sàme.
Sàme smiling, calm and fearless, looked proud next to the lion. She moved up and down the room that was bursting by the horde. With humans compared to whom V. Hugo’s Misérables would pale. They’d pale facing their drama and their helplessness.
"Sàme" Samir yelled too and ran under her legs, hooked onto her muddy dress.
"Mother, Same? Shall we be able to find him?"
"I'm gonna find him, with or without them" she replied decisively.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου