Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

O Φούρνος


Σάββατο πρωί στο φούρνο.
-Ένα πλάκας.
-Δυό κουλούρια.
-Όχι το μεσαίο, δεν μας αρέσει η κόρα.
-Με προζύμι.
-Ανάμεικτο.
-Καλημέρα, τα συνηθισμένα.
-Τα συγχαρητήρια κιόλας! Που πέρασε;
-ΤΕΙ Σερρών.
-Μπράβο. Όλα καλά, δουλειά να βρουν. Με τα πτυχία στα χέρια κάθονται. Να πάει με το καλό, νά τελειώσει. Τώρα θα δουλεύεις διπλά. Λεφτά; Με το τσουβάλι. 'Δωρεάν εκπαίδευση' σου λένε.
-Το ξέρω. Έχω κι άλλες δύο. Η μία τελείωσε κιόλας και η άλλη τώρα τελειώνει. Ναι, αυτή είναι η τρίτη. Δεν έχω καθήσει εδώ και οχτώ χρόνια. Ο φούρνος θέλει ώρες, ξενύχτι. Προχτές κοιμήθηκα στην τουαλέτα με τσιγάρο αναμμένο και καφέ στο χέρι. Καλά κι αν χυνώταν ο καφές, θα παίρναμε φωτιά απ' το τσιγάροόμως. Τα κορίτσια; Που να βοηθήσουν. Ψόφησαν στο διάβασμα, θέλουν να ξεσκάσουν και λίγο.
-Για όλα φταίει η δημοκρατία. Ούτε τα παιδιά μας δεν ορίζουμε. Που να φέρω εκείνα τα χρόνια αντίρρηση στο πάπα μου. Ο λόγος του διαταγή. Σήμερα η νεολαία κακόμαθε. Λούσα και διασκέδαση. Άνδρες, γυναίκες γίναν ένα. Ξενύχτια, μόδες, συνήθειες.
-Εσύ τρέχεις να προλάβεις τις επιθυμίες, μην και αρνούμενος να ικανοποιήσεις τα 'θέλω' του παιδιού σου αυτό 'κακοπερπατήσει' κι αναζητήσει τους κοθόρνους, τα ψηλοτάκουνα, αλλού.
-Άσε, τα βλέπω βράδυ που έρχονται σαν ψόφια στο ταξί να κουτσαίνουν. Ψόφια απ' την διασκέδαση. Με το που θα μπουν στο όχημα βγάζουν και τα παπούτσια. «Τα ποδαράκια μου», σου λένε. «Θα σακατευτούν μέσες και γόνατα», μου έλεγε πελάτης γιατρός. Τι το θες, κορίτσι μου, τόσο ύψος; Μια κούκλα είσαι και χωρίς αυτά, άσε που τα πλήρωσες μια κατοστάρα, το λιγότερο. Θα μου πεις, κάποιος μπαμπάς σαν και μένα τα πλήρωσε. Για τρακοσια μέτρα παίρνουν ταξί. Μα και τ’ αγόρια δεν πάνε παρακάτω. Το παντελόνι με το ζόρι στέκεται στον κ.λο τους!
-Αυτό δεν είναι τίποτα. Εγώ να δεις τι έπαθα. Έφερε η μεγάλη μου το αμόρε της, Άγγελο το λένε, να τον γνωρίσουμε. Μας λέει, «απο 'δώ ο Άγγελος». Σηκώνω τα μάτια, τι να δω; Μαλλί καρφάκι, άρωμα να λιγοθυμάς, ο γιακάς απ' το μπλουζάκι όρθιος. Κάνω να του τον κατεβάσω. Δεν θα το πρόσεξε από την ταραχή που θα μας συναντούσε, σκέφθηκα. «Όχι, αφήστε», μου λέει, «έτσι είναι η μόδα». Τι μόδα ρε φίλε; στα ρεύματα θα καθίσεις; «Να ‘ρθείτε αύριο για φαγητό», τους προτείνω. «Όχι», απαντούν. «Ο Άγγελος δεν μπορεί, έχει αισθητικό». «Ποιός έχει αισθητικό; Εσύ, και θά 'ρθει κι ο Άγγελος μαζί;» «Όχι καλέ, ο Άγγελος έχει, θα κάνει αποτρίχωση!» Μπρε, ούστ απο 'δώ! Ποιά αποτρίχωση, ρε; Κρίμα που είμαι πατέρας και δεν μπορώ να μιλήσω. Πάνε στην μάνα σου κορίτσι μου να σου πει δυό λόγια για μας τους άνδρες. Άκου 'αποτρίχωση'! Το λένε και δεν ιδρώνει η πέτσα τους, γαμ..ο.
«Έλα Άγγελε», του λέω, «στο φούρνο». Το χειρίσθηκα διπλωματικά, όχι δημοκρατικά. Έλα να βοηθήσεις στο φούρνο. Άνεργος, μαθηματικός σπούδασε ο Άγγελος. Γιατί να παίρνουμε ξένο άτομο; Έλα, και το πρωί, μετά απ' το ξεφούρνισμα, όταν θα σέρνεσαι απ' τη ζέστη, την ορθοστασία, κι από τη νύστα, να δούμε τότε ποιός θα 'χει όρεξη να πηγαίνει στην αισθητικό. Άκου αποτρίχωση! Τι άλλο θ’ ακούσουμε πάλι;
-Η δημοκρατία και η ελευθερία έχουν όρια και κανόνες. Εκτός από δικαιώματα έχουν και υποχρεώσεις. Εγώ έτσι έμαθα. Έτσι ξέρω.
-Ξεχάσαμε και την άλλη καλή λέξη: 'Υπομονή'.
Ετσι είπε ο ταξιτζής, πήρε τα ψωμιά και το ταξί και πήγε να παραδώσει τα πρώτα στην σύζυγο, το δεύτερο στον αντικαταστάτη του.
Ο φούρναρης άφησε την δροσιά του πωλητηρίου και μπήκε στο εργαστήριο, χωρίς κλιματιστικό, ‘αντενδείκνυται’ για την ζύμωση, ισχυρίζονται οι ειδικοί. «Υπομονή μέχρι να δροσίσει», λέω εγώ.
Φόρεσε τον σκούφο του, διόρθωσε τον γιακά της ρόμπας του, κάτι σκέφθηκε, μειδίασε κι άρχισε το ξεφούρνισμα.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Σαρίκας, ο Κωστάκης.



Αύγουστος μεσημέρι, ουζάκι και καλή παρέα σημαίνει διακοπές, καταλαβαίνεις Ελλάδα. Αν είναι δε να βρεθείς δίπλα στο κύμα, ακόμη καλύτερα. Συνήθως όμως την ποιότητα την βρίσκεις χωρίς την θέα.
Ένα τέτοιο στέκι είναι κι ο Σαρίκας. Χαρίζει απόλαυση χειμώνα-καλοκαίρι σε μας, τους φιλοξενούμενους μας και τους επισκέπτες.
Από πατέρα σε γιό, σταθερή, αξεπέραστη, αναλοίωτη απ' το χρόνο ποιότητα. Μας φιλοξένησε και μας ευχαρίστησε αρχικά στον πεζόδρομο του Ταχυδρομείου και αργότερα στην Μιαούλη. Έχει ψυχή και όχι πολυτέλεια. Στέκι καθημερινό και προσιτό, χωρίς ακρίβεια. Τους χωράει όλους, μεγαλογιατρούς και δικηγόρους, φοιτητές, περαστικούς, εκδρομείς ΚΑΠΗ, ενώ πρόσφατα προστέθηκαν Ρώσοι, Βούλγαροι, Τούρκοι και κεντροευρωπαίοι.
Η φήμη του απλώνεται, κι ένα δείγμα της ήταν οι ποδηλάτες που συνάντησα την άνοιξη, από την Τουρκία. Ιδρωμένοι, σπασμένα αγγλικά, με ένα χαρτάκι στο χέρι, αναζητούσαν τον Σαρίκα. Αναζητούσαν αυτό που κάποιος, θέλοντας να μοιρασθεί την ευχαρίστηση που έλαβε κάποτε, τους τον πρότεινε.
Αυτή η ευχαρίστηση έφερε εμάς και τους άλλους, των διπλανών τραπεζιών, στο στέκι του εκείνο το Αυγουστιάτικο μεσημέρι. Βρεθήκαμε μαζί, μια οικογενειακή τριάδα εμείς, κάποιοι φωνάσκοντες νταήδες, περαστικοί για την Σαμοθράκη, εκλεπτυσμένες κυρίες, μεροκαματιάρηδες μετά το 8ωρο. Άλλοι να δροσιστούν, κάποιοι να ‘βρέξουν’ το λαρύγγι, να χαλαρώσουν, να αφήσουν χώρο για τα συναισθήματα, να ξεχάσουν, να χαρεί γεύση και ψυχή, να ενώσουν βλέμματα τσουγκρίζοντας, να ευχηθούν, να κατευοδώσουν, να αποχωρισθούν, να τιμήσουν τη καλή υγεία, να πιουν και να ξεχάσουν, να πνίξουν τον καημό. Χαιρόμασθε για την υγεία μας με την αισιοδοξία που μόνο το καλοκαίρι απλόχερα χαρίζει.
Τραπέζια αδειάζουν καθώς η ώρα κυλά, αλλά και ξαναγεμίζουν πάλι.
Οι παραγγελίες πάνε κι έρχονται, τα κινητά κουδουνίζουν, οι Έλληνες συνομιλούν εντόνως κι αδιάκριτα, επαναλαμβάνοντας την αδικία που έχουν υποστεί ως άτομα και ως έθνος. Άλλοι απολαμβάνουν την οικογενειακή συνεύρεση, αναπολούν παλαιότερες  στιγμές. Κάποιοι διαπληκτίζονται, άλλοι φλερτάρουν. Όλοι όμως, πάνω από μία πιατέλα.
Αυτή η πιατέλα έκανε τον αφέντη της ‘γνωστό’, αλλά το ‘πλούσιος’ με ερωτηματικό. Μια πιατέλα γεμάτη από ταπεινά πεντανόστιμα θαλασσινά, γεμιστά καλαμαράκια, πατάτες φούρνου, σαλάτα σταθερής βάσης, όπου προστίθενται και αφαιρούνται λαχανικά κατά εποχή, συνοδευόμενα από αλκοόλ κατά βούληση. Η χρέωση κατά άτομο. Κάθε επιπλέον ποτηράκι, έξτρα χρέωση. Η τιμή ξεκίνησε από δραχμή, έγινε τώρα ευρώ και ταιριάζει τις τσέπες όλων. Το πρόσφατο διεθνές πελατολόγιο δεν επηρέασε τις τιμές.
Στη σκηνή εισήλθαν σχεδόν ταυτόχρονα δύο παρέες ξένων. Για λίγο τους περιεργασθήκαμε, αναπόφευκτο λόγω εγγύτητας.
Κάθησαν διστακτικά, αμήχανα, αμφιβάλοντας για την επιλογή τους. Οι διάλογοι που ακολούθησαν προσδιόρισαν την καταγωγή: Βούλγαροι και Ολλανδοί.
Η δυσκολία της παραγγελίας απέσπασε εκ νέου την προσοχή.
Πήγε-ήρθε ο Κωστάκης. Η έλλειψη κοινής γλώσσας και οι άλλες διατροφικές συνήθειες, η αιτία. Έτσι νομίσαμε. Γράφτηκε κάτι στο χάρτινο τραπεζομάντηλο, έδειξαν κάτι άλλο στα διπλανά τραπέζια, η παραγγελία τελικά έφτασε. Μία σαλάτα και μία μπύρα στους τρεις Ολλανδούς, μία σαλάτα με πατάτες φούρνου και δύο μπουκάλια Coca- Cola για τους  τέσσερεις Βούλγαρους.
Οι πρώτοι, ένα ανδρόγυνο κι ο 15χρονος κανακάρης τους, λεπτοί, γυμνασμένοι, κατακόκκινοι απ' τον ήλιο, χρυσαφένια μαλλιά, λιγομίλητοι, περίμεναν. Αυτά που ‘φώναζαν’ ήταν οι ταμπελίτσες πάνω τους, στα μπλουζάκια, στα ρολόγια τους, στα παπούτσια. Gant, Lacoste, Henry Cotton, Tag Heuer, Nike. Έπαιζαν τα δάχτυλα πάνω στο τραπέζι τους, άντεχαν τα βλέμματά μας, κρυφοκοίταζαν τις ποικιλίες στα γύρω τραπέζια. Οι άλλοι, Βαλκάνιοι. Μία άλλη εκδοχή, σκουρόχρωμοι, αγύμναστοι, ανώνυμη ενδυμασία, πιο κινητικοί, εκφραστικοί συνομιλούσαν όπως όλες οι οικογένειες του Νότου δυνατά, επιμένοντας ο καθένας στην άποψη του.
Καταβροχθίζαμε τα καλούδια μας και δεχόμασταν τα βλέμματα των γειτόνων. Ένοχοι εμείς για τα 33 ευρώ της υπερφορτωμένης παραγγελίας μας τριών ατόμων, απορημένοι ίσως αυτοί για το υπέρογκο ποσό εν καιρώ Ελληνικής κρίσης.
Απορήσαμε κι εμείς. Όταν τα ούζα τέλειωσαν, η γεύση και το στομάχι ικανοποιήθηκαν, το σώμα απλώθηκε, το βλέμμα αφέθηκε, το μυαλό άδειασε και η διάθεση χαλάρωσε. Ξάφνιασμα προκάλεσε η πολυτέλεια και μάλιστα διπλή. Πρώτα πέρασαν οι Ολλανδοί με το όχημα τους, ολοκαίνουργια BMW 525, ύστερα οι Βούλγαροι με ένα υπερμεγέθες jeep.
Διπλανός θαμών σε ‘τσακίρ’ κέφι σχολίασε: «τι κρίμα, η βενζίνη δεν άφησε τα παιδιά κάτι να ‘τσιμπήσουν’. Μείναν άφραγκοι και νηστικοί.»
-Ας τους κέρναγες, ρε Σταμάτη!
-Να μην τους προσβάλω, φοβήθηκα.
-Εμένα μου λες; Λουκούμι θα τους έρχονταν.
-Εις υγείαν το κορόιδο, δηλαδή.
-Έτσι  είναι ο Έλληνας! Κρίση-ξεκρίση, το τραπέζι του γεμάτο.
-Τι να την κάνεις την BMW ρε φίλε με άδειο στομάχι, αλλά να, με κάτι τέτοιους, φοβάμαι, ο Κωστάκης θα ‘σηκώσει μύτη’ και εμείς θ’αλλάξουμε στέκι.
Αλλάζουν και οι καιροί βέβαια...

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 2ο

Βαθμοί 37°.
Παραλία γεμάτη ξαπλώστρες, η μια δίπλα στην άλλη, αντιηλιακά που μπερδεύονται και σε ζαλίζουν. Παρέες μεγάλες και χαλαρές, τσάντες, πετσέτες ακριβές και του telemarket, η δε φθήνεια του Jumbo βοήθησε να γεμίσει η άμμος κουβαδάκια και πλαστικά παιχνίδια, φτιαράκια, τσουγκράνες και άλλα.
Νεαροί μπαμπάδες, μετ’ απροθυμίας σηκώνονται, βρέχουν το κορμί τους, κακοήθης φίλος λέει «ανακουφίζονται», ρίχνουν ένα βλέμμα στο μικρό και ξαναπέφτουν στην ξαπλώστρα.
«Παναγιώτη, σου είπα συμμορφώσου. Λίτσα, θα βραχεί πάλι και με την άμμο στα πόδια, σας βλέπω νά ‘ρχεστε ποδαράτοι».
«Αλέξανδρε, βγες τώρα!»
«Έλα αγάπη μου, να σε βάλει η μαμά κρεμούλα. Ρε Γιάννη, παράγγειλε ένα φραπεδάκι να στανιάρω. Ε, ναι, χωρίς ζάχαρη. Πότε έβαλα; Μόλις εχθές δύο κουταλιές;! Υπερβολές!»
«Κορίτσια, που να σας τα λέω, εχθές χαμός στο Pico. Ήταν και η Αυγή. Η Αυγή του Μήτσου, καλέ. Με καινούριο look. Στης Αριάδνης, που αλλού; Ν’απορείς πως ‘βγαίνουν’. Πήγα κι εγώ, το πενηντάρικο δεν έφτασε. Μάπα το μαλλί. Άσε που ο Γιώργος ούτε το πρόσεξε. Του λέω, τα έβαψα!
-Μαύρα;
-Κόκκινα, καλέ.
-Τι;
-Τα μαλλιά.
-Α, είπα κι εγώ, απάντησε και γύρισε στο laptop. Κολλημένος.»
«Κουραστήκαμε φέτος, με τους παιδικούς, όλες τις ιώσεις περάσαμε. Μία ο ένας, μία ο άλλος. Από τις επτά στο πόδι. Ένα ταξιδάκι δεν θα με χαλούσε. Σαντορίνη, Μύκονος. Του το δήλωσα, του χρόνου δεν έχει. Μια Μύκονο, θα τη ‘χτυπήσουμε’. Πέντε χρόνια γάμος και δύο δεσμό, μία επταετία δηλαδή δεν κουνηθήκαμε. Τρέξιμο και κούραση. Πλύσιμο, σιδέρωμα, μαγείρεμα, εμβόλια… έλεος! Γερά να είναι τα χρυσά μου, ζωηρά, «κακομαθημένα» λέει ο Γιώργος.»
Άλλη λαλίστατη και χαμηλόφωνη...
«Ρε Κώστα, σήκω να δεις, γαμ..ο, που είναι τα παιδιά; Όλα από μένα τα περιμένεις;»
Ο Κώστας ξαπλωμένος, λαγοκοιμόταν και που και που απολάμβανε κανένα οφθαλμόλουτρο από τις διπλανές λιαζόμενες.
Παρόμοιοι διάλογοι διασταυρώνονταν και δημιουργούσαν σύγχρονη Βαβέλ. Με δυσκολία προσδιόριζες την πηγή, αφ’ ενός γιατί ήταν παρόμοιου περιεχομένου, αφ’ ετέρου ουδεμία διαφορά στην εκφορά των κοινότοπων εκφράσεων.
Έπρεπε να κρατώ τα προσχήματα και να παραμένω διακριτική.
Να συγκεντρωθώ στο περιοδικό… Για βιβλίο; Ούτε λόγος, δηλαδή αδύνατον!
Στην σκηνή εισέρχεται τρυφερή μανούλα. Πρώτα ακούσαμε την φωνή της να καλεί 17 φορές «Βαγγελάκη» το βλαστάρι της. Ακολούθησε η παρουσία της δίπλα στο κύμα. Θαυμάσαμε εγώ και κυρίως οι πέριξ αρσενικοί τηn κορμάρα της, ενώ αυτή αδιάφορα διαπραγματευόταν την έξοδο του παιδοβούβαλου Βαγγελάκη από το νερό. Παράλληλα συνομιλούσε με κάποια «χρυσή» της στο κινητό, έναν άλλο «μάτια μου» και στην συνέχεια «σου είπα, είμαι με το παιδί στην θάλασσα».
Η αντοχή αγγίζει τα όρια της! Παρηγοριά;
Είναι ένα συνηθισμένο Σάββατο του Ιουλίου, σε μία  συνηθισμένη Ελληνική παραλία, κατακλυσμένη από τους ‘τεμπέληδες της έφορης κοιλάδας’, ‘απελπισμένους’ λόγω κρίσης, προσαρμοσμένους στις επιταγές της κολυμβητικής μόδας, με μπόλικα αναψυκτικά, φραπέδες, φρουτοσαλάτες, μπύρες, αναρίθμητα πλαστικά μπουκάλια νερού, γυαλισμένα κορμιά απο λάδια ταχέους μαυρίσματος, μικρά παιδιά πασαλειμμένα μ’ ένα πράμα που θυμίζει την ‘άγρια’ φυλή των Φουλάνι, υστερικές κραυγές ενηλίκων και κακομαθημένων γόνων.
Οι εξαιρέσεις, σπανιότατες αλλά ευπρόσδεκτες, ποιούν το αυτονόητο. Χαμηλοί τόνοι, καταμερισμός των ρόλων ανάμεσα στους γονείς, χαμογελαστά πρόσωπα.
Η συνεχής επανάληψη φράσεων και κινήσεων προκαλεί αρχικά εκνευρισμό που σύντομα, λόγω αδυναμίας αντίδρασης, μετατρέπεται σε παραίτηση, νύστα. Ο ύπνος πάντα θεραπεύει.
Θα είχα κι εγώ κοιμηθεί αν στην σκηνή δεν προστίθετο, εκτός της  μαμάς του Βαγγελάκη, μία άλλη μαμά με τον άνδρα και τις φίλες της. Δεν πρόσεξα πότε ήρθαν, που κάθισαν και πότε αποφάσισαν να βραχούν. Ηταν σκούρες έως σοκολατένιες.
Η μία εξ αυτών, με τόνο προστακτικό, απηύθυνε τον λόγο στη Δανάη. Μια Δανάη, ίδια μικρή Λουλού μετά από πολυήμερες διακοπές, δηλαδή μαυρισμένη ως η μαμά της.
-Βγες έξω, τώρα, είπα!
-Καλά...
-ΒΓΕΣ ΕΞΩ, ΤΩΡΑ, ΕΙΠΑ!!!
Ο τόνος υψηλότερος και αυστηρότερος. Η Δανάη ατάραχη παρέμενε στο νερό.
-Βγες έξω ρε μαλακ…ένο, τώρα αμέσως! Μ’ έχεις γαμ..ει!!!
-Όχι! Ο μπαμπάς είπε να μείνω μέχρι να βγεί η Τάνια!
-Βγες έξω, πριν σε τσακίσω!
Με το «τσακίσω», ορμάει, αρπάζει την Δανάη από τα κοτσιδάκια, κρατώντας την ως λαγό και την πετάει στην ξαπλώστρα, βρίζοντας αυτη και ουρλιάζοντας η Δανάη. Πιτσιλάει τον Τάκη, εκείνος, ξαφνιασμένος και ενοχλημένος, ανασηκώνεται πάνω στην βελουτέ μαύρη πετσέτα, κρυμμένος πίσω από κατασκοπικά γυαλιά, απευθύνει ένα ‘τρυφερό’ «καλά, μα είσαι εντελώς μαλακ…ένη; Μ’ έκανες μούσκεμα, γαμ..ο!»
Η Δανάη συνεχίζει να ξεσηκώνει τον τόπο με το κλάμα της, εμείς κοιτάμε και ακούμε, ενώ η σοκολατένια ‘μαμά’ της απτόητη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, ταχτοποιώντας οπίσθια και στήθη στο μικροσκοπικό της μπικίνι, ξαναπέφτει στο νερό. Κολυμπώντας επί τόπου, συνεχίζει τον μονόλογο, τόσο δυνατά να ακούμε όλοι, το πόσο την έχουν γαμ..ει μπαμπάς και κόρη.
-Μπάφιασα!
Το ερώτημα παραμένει, ποιός;

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 1ο

Μπήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα στο νερό.
Νέοι, καλοφτιαγμένοι, ερωτευμένοι, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Είναι απ´ αυτούς που μπαίνουν στο νερό διστακτικά κι όχι κατακτητικά, με φόρα κι απλωτές.
Το κορίτσι χαϊδεύτηκε προσποιούμενη ότι «το νερό είναι κρύο». Δεν ήταν. Ίσως το χέρι του νεαρού που έτρεξε στην πλάτη και τους μηρούς της να ήταν το ζητούμενο. Πήρε με τις χούφτες του νερό και όπως κάνουμε με τα μωρά, έφερε με μικρές ποσότητες την δροσιά στο κορμί της. Βούτηξα και τους έχασα από τη θέα. Ο βυθός εξακολουθεί να είναι ελκυστικότερος των ανθρώπων, παρομοίων ίσως. Λίγο πριν βουτήξω έπιασε το αυτί μου την απορία της «αν υπάρχουν βράχια κάτω». Στη συνέχεια, όπως συνηθίζεται, θα σύγκρινε την παραλία με αυτή των νησιών που πρόσφατα επισκέφθηκαν, αν κρίνω από το μαύρισμά τους.
Η πόλη και οι παραλίες της ελκύουν λουομένους με χαμηλά εισοδήματα, οικογένειες κι αυτούς που κλείνουν ή ανοίγουν τις διακοπές τους στο σπίτι, ή με το «τι να κάνουμε, επιστροφή στην ρουτίνα», ή δεν «είχα άλλη επιλογή». Το τελευταίο αφορά φοιτητές, υπηρετούντες στα Σώματα ή Υπηρεσίες και τη συντροφιά τους. Έτσι έγινε συνήθεια η διαρκής σύγκριση με άλλες καλύτερες και προτιμητέες ακτές.
Θα ήταν μία από τις τόσες συναντήσεις, αν βγαίνοντας από το νερό, μετά από ώρα, δεν έβρισκα αυτήν, που κρύωνε, με το φωσφορούχο νύχι, την καπελαδούρα, το προκλητικό μπικίνι, τα γυαλιά "γκαούνα", να είναι πλάτη με πλάτη με το νεαρό και να μιλά μεγαλοφώνως στο τηλέφωνο με ένα Σάκη. Το παλληκάρι πίσω από τη πλάτη της έπληττε και σταδιακά έδειχνε όλο και περισσότερο ενοχλημένος από την αναμονή κι αυτά που εγώ, εκείνος κι όλη η παραλία ακούγαμε.
Όλοι καταλάβαμε ότι ήταν ο ‘πρώην’. Ένας ‘πρώην’ που ήθελε να αποβάλλει το ‘πρώην’ και να παραμείνει ‘νυν’. Λόγω έλλειψης απαραίτητης τεχνολογίας αγνοούσε το αρσενικό πλάσμα στο πλάι της, πιθανή αιτία ακύρωσης της επιμονής του.
Μάλλον ήταν επίμονος και κουτός γιατί δεν καταλάβαινε ότι δεν βαρέθηκε αυτόν, αλλά τους γονείς του, που την αποκαλούσαν μέγαιρα και καταστροφέα του παιδιού τους.
Δεν καταλάβαινε ότι οι γονείς της ήταν το παν γι αυτήν και δεν θα τους εγκατέλειπε.
Δεν καταλάβαινε ότι δεν θα επέτρεπε το γούστο της μαμάς του στο σπίτι της.
Βεβαίως οι γονείς της διάλεξαν τα έπιπλα, αφού τα πλήρωσαν.
Βεβαίως είχαν κλειδί του αυτοκινήτου και του διαμερίσματος αφού τ´αγόρασαν.
Δεν καταλάβαινε πόσο τον εκτιμούσε αλλά δεν της έκανε ‘κλικ’.
Ούτε το ‘κλικ’ καταλάβαινε, αφού δεν μπορούσε να το εξηγήσει αναλυτικά «με ένα κάρο κόσμο γύρω».
«Βεβαίως και θα συναντηθούμε να τα πούμε από κοντά, να σου εξηγήσω.»
Δεν ήθελε εξηγήσεις ο Σάκης, γιατί τις άκουσε επανειλημμένως. Όμως αυτή ήθελε να τις δώσει. Ήθελε να πει: «ναι, ο πατέρας σου μου είπε ότι σε καταστρέφω». Μόνο, που ούτε ο πατέρας του ούτε αυτός κατάλαβαν ότι το πτυχίο της το πήρε, «δουλειά, ναι, της βρήκε ένας φίλος του μπαμπά».
Δεν κατάλαβε ότι είναι εξαρτημένη από το χρήμα.
Δεν κατάλαβε σε τι δεν ήταν ικανός. «Απλό, απλούστατο, να συναντήσει τις ανάγκες της». Χωρίς το πτυχίο και τα λεφτά που ο πατέρας του δεν ήθελε να δώσει, το μέλλον τους ήταν και είναι αβέβαιο.
Ευτυχώς, για μας, θέλησε να κλείσει το τηλέφωνο μια και «ακούει όλος ο κόσμος, Σάκη».
Και πάλι θα ήταν μια συνάντηση από τις τόσες, αν κλείνοντας το τηλέφωνο, δεν ξεσπούσε σε ένα γέλιο από αυτά, τα ψεύτικα, του είδους «τα πήγα καλά» κι αν, προς έκπληξη όλων μας, δεν ορμούσε γελώντας όλο χάδια στον εν τω μεταξύ ανάσκελα ξαπλωμένο νεαρό, σε μια στάση ‘λίγο πριν την συνουσία’. Αυτός, φορώντας ένα πικρό χαμόγελο, εισέπραξε απρόθυμα τις περιπτύξεις.
Σύντομα η "γατούλα" αποτραβήχτηκε κι έπιασε το iPhone του να ξαναδεί το μήνυμα που της είχε γράψει ο απρόθυμος, ενώ αυτή συνομιλούσε με το Σάκη, αδιαφορώντας για κείνον και εμάς, τους ωτακουστές.
Μια στις τόσες δίνει λύση ο καιρός.
Συννέφιασε κι άρχισαν να τα μαζεύουν. Δεν ξέρω ακριβώς τι.