Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ροδακινί βλαστάρι

Το φως άλλαξε, οι μυρωδιές επίσης. Οι καθημερινές εικόνες, ακόμη και στο αστικό τοπίο της διαμονής της, είναι έγχρωμες. Πρώτα οι τσιντόνιες, ύστερα τα οπωροφόρα που φύτευσε ο πατέρας στο πεζοδρόμιο, κάτι ασθενικά ζουμπουλάκια, όλα λένε «ναι, ήρθε η άνοιξη». Η ετήσια αναγέννηση των πάντων. Νοικοκυρεμένα χεράκια φροντίζουν κι ετοιμάζουν τα σπίτια για το Πάσχα. Ξεσηκώνονται στρωσίδια, ασπρίζονται ντουβάρια, μερεμετίζονται οι ζημιές από τις χειμωνιάτικες επιθέσεις.

Όλοι κάποιον ερχομό έχουν στο νου τους. Αυτή, τον δικό της. Στα βλαστάρια της θα προστεθεί ένα ακόμη. Ένα ροζ κλαδί ροδακινιάς με φόντο γαλανό, ξάστερο ουρανό. Θα ’ρθει να γλυκάνει τις ψυχές, να φέρει ελπίδα και χαμόγελο. Θ’ αρπάξει την ζωή από το χέρι και θα πει, «συνεχίζουμε».

Ψάχνοντας να βρει αμυγδαλιές, «ξάνθισαν», της είπαν. Βρέθηκε να οδηγεί σε χωματόδρομους αγροτικούς, δίπλα σε ελιές. Ήσυχο απόγευμα, με ξεχασμένους ανθρώπους εδώ κι εκεί, να μαζεύουν ραδίκια και ζοχούς για το σπίτι, αγριόχορτα για τα ζωντανά. Άλλοι, κάτω απ’ τις ελιές, έκαναν διάλειμμα. Κάπου-κάπου και κανένας σκύλος. Άλλος δεμένος σε αγρόκτημα, άλλος αδέσποτος. Στρουμπουλός ο πρώτος, σκελετωμένος ο δεύτερος, την περιεργαζόταν χωρίς να γαβγίζει.
«Μα τι κάνουν αυτό τον καιρό στις ελιές;» Πρώτη ερώτηση.
Δεύτερη: «Είναι αμυγδαλιά αυτή που βρήκες;»
Θα πήγαινε παρακάτω μήπως και γινόταν πιο εμφανές το είδος του δένδρου.
Τέτοιες ώρες είναι που νιώθει ξεκρέμαστη. Τέτοιες είναι οι ώρες που θυμώνει με τον εαυτό της. Δεν πρόσεχε. Εκείνος, ο πατέρας, έλεγε, έλεγε και εξηγούσε. Τότε ήταν αυτή που αφηνόταν στα δικά της ταξίδια του νου, στις δικές της σκέψεις. Είχε δικές της απορίες, προτεραιότητες. Ο κόσμος προχωρούσε κι αυτή έτρεχε να προλάβει, τα νέα, τις εξελίξεις, τον καινούργιο κόσμο που απλώνονταν μπροστά της.
Να την πάλι στον ίδιο δρόμο, χωρίς εκείνον.
Ο κόσμος μεγάλωσε, άλλαξε, αλλά είναι κάτι μέρη που μένουν τα ίδια. Ίδιοι μελαγχολικοί ορίζοντες, ίδιες μυρωδιές, ίδιοι μισογκρεμισμένοι φράχτες. Ούτε τα δένδρα ψήλωσαν! Μάλλον θα μίκραιναν.
Αυτή, μεγάλη πια σ’ ένα κόσμο μικρό, καλείται ν’ απαντήσει στην εγγονή της.
Να, θα την έχει εδώ πλάι, όπως εκείνη τότε ο μπαμπάς της, και θα της λέει, λέει, λέει...
Όμως… πανικός! Τίποτα δεν γνωρίζει πια γι αυτόν τον κόσμο. Ούτε καν ποια είναι η αμυγδαλιά.
Κι αν τη ρωτούσε; Κι αν ήθελε να μάθει; Αν την ένοιαζε ο άλλος ο κόσμος, ο έξω, ο μακρινός; Θα ‘βρισκαν εικόνες, θα ‘ψαχναν στο διαδίκτυο, θα ‘σκυβαν πάνω σε βιβλία. Θα ρωτούσαν.
Κι αν της έλεγε, «γιαγιά, μην ρωτάς, δεν μου αρέσει!»; Αυτής της αρέσει. Δεν το ‘χε τίποτα να σταματήσει και, φορώντας το διστακτικό της χαμόγελο, να ρωτήσει τους εργάτες:
- Με τι παιδεύεστε;
Απάντηση; Καμία. Μόνο απορημένα βλέμματα και μια αγωνία που στιγμιαία διέσχισε τα
πρόσωπα.
-Όκι γιουνάν.
Κατάλαβε, μουρμούρισε «ευχαριστώ» και βιαστικά μπήκε στ’ αυτοκίνητο.
Η απορία εκεί.
Η αγωνία για ποιο κόσμο θα μιλήσει στο παιδί, κι αυτή εκεί.
Τόση άχρηστη πληροφορία, κι αυτά τα απλά της γης τριγύρω, απόντα. Τι θα πείραζε αν μάθαινε κι αυτό;
Ε, πως, να μην ξέρεις ποιες ήταν οι πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν την ψήφο για τις
ομόφυλές τους; Να μην ξέρεις πότε έγινε η μάχη του Γρανικού; Πόσοι σκοτώθηκαν; Πως τον έλεγαν τον διάδοχο του Ιουστινιανού, κι αν ακόμη το ξέρεις, πότε γεννήθηκε… πότε πέθανε;
«Χρήσιμα, δε λέω, αλλά, να που εγώ κι η γη γίναμε δυο ξένοι», σκέφθηκε.
Τώρα που ένα νέο πλασματάκι θα ‘ρθει στην δική της οικογένεια, τώρα που αυτή θα πρέπει να του πει σαν μεγαλύτερη τα μυστικά της ζωής, τι θα ‘χε να του πει για την ομορφιά της γης; Τι είχε να του πει για τις ανάγκες αυτού του χώματος; Τι να του πει για το πως βλασταίνει, πως διψάει, πως σ’ αγαπάει;
Η νέα επικείμενη ζωή ξύπνησε μέσα της αρχέγονες ανάγκες, αυτές της επιστροφής στην φύση. Ο δικός της χρόνος τρέχει… έτρεχε. Δεν πρόλαβε ποτέ ν’ αγγίξει το περίγραμμα ενός πετάλου. Δεν αναρωτήθηκε για το ενοχλητικό άγγιγμα της τσουκνίδας.
Δεν προλάβαινε… και τσαλαπάτησε τα χαμομήλια.
Αν χάλασαν για πάντα, αν δεν ξαναβγούν, με τι θα συνομιλήσει το ροδακινί βλαστάρι τους; Τι απρόσεχτη! Τι βιασύνη για το τίποτα!

Άρχισε να στάζει ο ουρανός μαζί με την δύση. Σταγονίτσες ο πρώτος, ρόδινες ανταύγειες η δεύτερη. Οι φωτογραφίες θα της δώσουν τη πληροφορία της ομορφιάς της νέας άνοιξης. Θα καθησυχάσουν τις απορίες των μορφών της. Αυτές, τουλάχιστον, θα μπορέσει να τις δείξει. Σαν την μαγεία της εικονογράφησης βιβλίων βοτανικής και ανθέων. Χωρίς να το θέλει, πάλι απομακρύνεται από το άμεσο, το απτό. Προστρέχει στην κατατεθειμένη γνώση για τη νέα ζωή. Κι όμως, σκύβει και πιάνει το χώμα, το τρίβει ανάμεσα στα δάκτυλα, το αφήνει να πέσει. Φέρνει τα δάχτυλα στην μύτη. Θα το ‘βαζε στο στόμα, όπως τα μωρά όταν ανακαλύπτουν κάτι νέο, αν δεν άνηκε η κίνηση στις ‘απαγορευμένες’.
Το μύρισε. Μύρισε το χρόνο πάνω του, είδε τις οπλές των αλόγων που το πάτησαν, άκουσε τις ομιλίες των ανθρώπων που το περπάτησαν, μύρισε το αίμα που μάχες το πότισαν, ψίθυρους αγάπης από θεριστές, φωνές παιδιών που μαζί του κυλίστηκαν. Είδε τ’ απομεινάρια των σπόρων που έθρεψε και είπε, «Αυτό θα της δώσω! Θα τη καλέσω ν’ αποθέσει τις αισθήσεις της σ’αυτό το παλαιό χώμα, που κάθε άνοιξη αναγεννιέται και μαζί μ’ αυτό, κι η ίδια η ζωή!»
Θα της μίλαγε εκείνο τότε, με την αιώνια τη γνώση του.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Ένα άλλο φιλί

Ζωγραφική της Chihiro Iwasaki
Ξαφνιάστηκα. Μπήκε μέσα με φόρα. Tα σγουρά μαλλιά της τα είχε πιασμένα σε μία πρόχειρη αλογοουρά. Φορούσε αθλητική φόρμα, αθλητικά παπούτσια, αμάνικο μπουφάν παρά το τσουχτερό κρύο. Στο χέρι κρατούσε ένα παιδικό βιβλίο. Aποδείχτηκε αγγλόφωνο. Περπατούσε, μάλλον χόρευε, στις μύτες. Η μαμά της παρέμεινε έξω να διαλέγει φρούτα. Στριφογύρισε στο μαγαζί για λίγο, μύρισε τις φράουλες, χάιδεψε τον μαϊντανό και άνηθο, «το αγαπημένο της άρωμα», είπε, φίλησε την Μαρία και τον Χρήστο με απόλυτη φυσικότητα. Στους αποδέκτες των γρήγορων φιλιών προστέθηκα κι εγώ.
Ξαφνιάστηκα. Δεν είχα συνηθίσει τέτοιες οικειότητες. Κάνω πίσω, μου αρπάζει το πρόσωπο και μου δίνει δυο φιλιά. Μύριζε σχολείο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω την μυρωδιά, θέλησε να με φιλήσει και στο στόμα. Τραβήχτηκα. «Για να πάρει κραγιόν», είπε η νεαρή μαμά της, που μόλις μπήκε. Ένα κλαδάκι κι αυτή.
Γρήγορα, η καινούρια 'φίλη' μου γυρίζει την πλάτη, σκαρφαλώνει στην αγκαλιά μου κι αρχίζει χωρίς πρόλογο να με ξεναγεί στο βιβλίο της. Θέλει την προσοχή μου και, μόλις διαισθάνεται ότι τη χάνει, με το χεράκι της τραβάει το πρόσωπό μου στην κατεύθυνση του βιβλίου και τη δική της. Η αμεσότητα και φιλικότητά της με παραξένεψαν. Η αθωότητά της και της μαμάς της ακόμη περισσότερο.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, πρόσεξα ότι δεν γνώριζε τις λέξεις παρά μόνο τα σημεία που προφανώς συνοδευόταν στο σπίτι από κάποιο τραγουδάκι. Δυσκολευόμουν να τη καταλάβω. Θεώρησα ότι ήταν δικό μου το πρόβλημα.
Η απορία λύθηκε σχετικά γρήγορα. Η μαμά της, απαντώντας για την ηλικία της, μας είπε ότι επαναλαμβάνει την τάξη, είναι εφτά χρονών. Διακρίνω την θλίψη που διατρέχει τα μάτια της… ακολουθεί κενό…«λόγω του προβλήματος».
Τα μικρά χέρια με βερνίκι μοβ στα κοντοκομμένα νυχάκια της πηγαινοέρχονται με αγάπη πάνω στις εικόνες. Τους μιλάει, εξηγεί την απεικόνιση, ποιος έρχεται, που πάει, γιατί, τους αποχαιρετά, τους καλωσορίζει, γελάει, τους κλείνει την πόρτα, τους ταΐζει, τους μαλώνει, όλα αυτά σε μια δική της γλώσσα. Νηπιακή θα την έλεγες.
Το βιβλίο είναι φθαρμένο με γυρισμένες τις γωνίες. Μοιάζει να έχει πάει παντού, από τη κουζίνα στο κρεββάτι, στην Παιδική Χαρά. «Δεν το αποχωρίζεται», είπε η μαμά, συνεχίζοντας τα ψώνια αλλά άγρυπνα παρακολουθώντας το κορίτσι της.
Είναι φθαρμένο, ταλαιπωρημένο από τις πολλές φορές που πέρασε τα δάχτυλα πάνω από τις φωτογραφίες. Κάπου-κάπου γυρίζει, με μυρίζει, με φιλάει όπως με τις εικόνες. Μας απολαμβάνει με την αφή, με την εγγύτητα. Μια εγγύτητα που όλο και ξεμακραίνει από τη κάθε μέρα μας.
Σε ξαφνιάζει αυτό το δόσιμο. Μόλις πριν λίγο δεν είχαμε καν συναντηθεί και τώρα, σαν με την κίνηση της μπαγκέτας του μαέστρου, ξεκινήσαμε μία παράσταση, συντονιστήκαμε στο ρυθμό και τις κινήσεις της.
Μια νεράϊδα ανάλαφρη, που δεν σηκώνει αντιρρήσεις για το φιλί και άγγιγμα που γενναιόδωρα χαρίζει. Μια νεράϊδα που θέλει να μοιράζεται αυτό το λίγο που κατέχει, τη νοερή ευχαρίστηση που κρατάει από το μέρος του βιβλίου που αγαπάει.
-Άκου τι ωραία μουσική!
Στρέφει το κεφάλι της και με κοιτάζει να δει αν ακούω. Δεν θέλω να την απογοητεύσω και της γνέφω καταφατικά. Λάμπουν τα μάτια της από αυτό που ακούει; Από το παιχνίδι που με κάλεσε και καθόρισε να παίξουμε;
Δεν ξέρω.
Το βιβλίο δεν ήταν έργο τέχνης, κακοφτιαγμένο θα το έλεγα, όμως τι μοναδική ευχαρίστηση χάριζε στο νεραϊδοκόριτσο. Η μαγεία και γοητεία της φαντασίας, της φαντασίας που εμείς, χωρίς ‘το πρόβλημα’, απολέσαμε.
Τι γοητευτικό ν’ακούς μουσικές, να ταξιδεύεις στο χώρο και τον χρόνο, να είναι όπως τον θες, να μην σ᾽ ακουμπούν οι ασχήμιες, να στρογγυλεύεις τα αιχμηρά, να γελάς, να φτιάχνεις και την ερώτηση και την απάντηση, να μυρίζεις την άνοιξη στο καταχείμωνο, να υπερυψούσαι των εμποδίων, να κλείνεις πόρτες φανταστικές, ν’ ανοίγεις παράθυρα στο πέλαγος, να τρέχεις όταν φοβάσαι, να διώχνεις τους κακούς, να φέρνεις αγγέλους, να σ’ αγγίζει το φτερό τους, να σ’ανασηκώνουν φτερούγες αετού, να σου μιλούν χελιδόνια, να βάφεις μπλε τις παπαρούνες, να σκορπάς χρυσόσκονη, να στολίζεις με πετράδια τις αγάπες σου, να μουτζουρώνεις με ταπεινούς μαρκαδόρους ό,τι θες.
-Είναι ο μπαμπάς μου.
Δεν ρώτησα.
-Εσύ, έχεις μπαμπά;
-Έχει φύγει.
-Και ο δικός μου... τον κούρασα, ἐλεγε. Όχι εγώ... ‘το πρόβλημα’.
Γυρίζει με κοιτάει, συναντάει την λύπη και χαρίζοντας το πιο λαμπερό χαμόγελο με ελαφρά πονηριά στο μάτι, μου λέει:
-Δες εδώ, γύρισε! Θέλεις να σου φέρω και τον δικό σου;
Είχε αλλάξει σελίδα, ένας άνδρας μεγαλύτερος, χωρίς μουτζούρα μαρκαδόρου πάνω του, συνέχισε τη συμμετοχή στα εικονίδια του βιβλίου.
Η Αρετούλα, έτσι τη λέγανε, έπρεπε να φύγει. Πριν φύγει, ακουμπάει το κεφάλι της στην καρδιά μου, γυρνάει με κοιτάει, «άκου», μου λέει, «χτυπάει!».
Μοίρασε ξανά με την ίδια σειρά τα απρόσμενα φιλιά της και, χοροπηδώντας στις μύτες σαν νεράϊδα που ήταν, αποχώρισε από την σκηνή. Πήρε μαζί το βιβλίο, την ομορφιά του κόσμου της. Απόμεινα με το άγγιγμα των φιλιών της...


Ζωγραφική της Chihiro Iwasaki - The little mermaid

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Το φιλί - (γράφτηκε το Μάρτιο 2001)

Ένα αεράκι μπήκε φουριόζικο από το παράθυρο, σήκωσε δυο ξεχασμένα φύλλα και ήρθε και στάθηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε στα μαλλιά της. Της ψιθύρισε λόγια πονηρά βάφοντας κόκκινα τα μάγουλα κι αυξάνοντας τους χτύπους της καρδιάς.
Δεν κατάλαβε τι την έφερε στο ύψος των χειλιών του. Το χέρι του, το αεράκι, ή η άνοιξη.
Δεν το κατάλαβε ούτε όταν τελείωσε κι έμεινε η γεύση των χειλιών του στα δικά της. Ένας σεισμός μέσα της και το βήμα μετέωρο.
Δεν κατάλαβε ούτε τις συνέπειες. Έμεινε αμήχανη να χειριστεί τις ορμές, το κορμί της, τα χείλη της και ούτε συζήτηση για τα μυαλό της. Αυτό είχε πλήρη σύγχυση.
Αναζήτησε την επανάληψη, αλλά ο φόβος της ματαίωσης φρένο στο όνειρο.
Συναντήθηκαν κι άλλες φορές με ένα κόσμο να παρελαύνει ανάμεσα τους και ένα πλέγμα μικροαστικής ηθικής να πνίγει την επιθυμία. Τυχαία φιλιά πίσω από πόρτες, σε διαδρόμους, δεν έδωσαν διέξοδο στους αρχέγονους χυμούς μιας άνοιξης που δεν έλεγε να φανεί.
Αναρωτήθηκε και έψαξε στο  βλέμμα του, στο σκοτεινό παρελθόν της ιστορίας, στο αβέβαιο του μέλλοντος. Κάτι υπαινισσόταν γι αυτό ταινίες επιστημονικής φαντασίας.
Το αγνοούσαν.
Θα το αγνοήσουν. Θα υποκύψουν στους περιορισμούς που επιβάλλουν οι διάφοροι ιοί.
Εκείνο που με βεβαιότητα ήξερε ήταν ότι το σκηνοθετούσε με κάθε λεπτομέρεια χρόνια τώρα.
Το δικαιούταν ή όχι.
Το έκλεβε και το έπαιρνε…