Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Η Καλή κι η Αννίτσα

Μου αρέσουν οι γυναίκες της υπαίθρου μας.
Οι στρουμπουλές, οι δουλευταρούδες, οι ακούραστες, οι τεχνίτρες της πίτας. Αυτές με την περμανάντ, το ωραίο χαμόγελο, τα γιορτινά της Κυριακής και των τερλικιών. Αυτές του εσπερινού, του ευχέλαιου, των ψυχοσάββατων, της Κυριακάτικης εκκλησίας, του πρόσφορου. Αυτές που μείναν και περιμένουν τον Παναγιώτη, τον Βαγγέλη, τον Ηλία. Αυτές με τα εγγόνια φωτογραφία σ’ ολη την κουζίνα.
Αυτές που ζουν περιμένοντας ότι αγάπησαν περισσότερο, τα παιδιά τους. Και καθαρίζουν και στολίζουν, παστρεύουν αυλές και κουζίνες.
Αυτές που βάφουν τα αυλοντούβαρα με ασβέστη ακόμη, ξορκίζοντας τις βρωμιές και μαζί την μοναξιά τους. Λάμπουν τους τοίχους και αναποδογυρίζουν κάθε Μάρτη τη γή όπως τα «καναπελίκια» τους.
Έτσι η ζωή κυλάει σε χωριά βουβά χωρίς παιδικές φωνές με άδειες τις παιδικές χαρές περιμένοντας τις γιορτές και τις σχόλες να τους επισκεφθούν οι ξενιτεμένοι, οι της πόλης, οι νύφες και τα εγγόνια, να δώσουν ζωή στα άδεια σπιτικά, στις πλατείες, να μπεί λίγο χρώμα στο μαύρο των ηλικιωμένων, να τις πάνε στους γιατρούς, να νοιώσουν χέρι στιβαρό να τις ακουμπάει, να πάρουν κουράγιο για τον υπόλοιπο χρόνο.
Δυσκολεύομαι να φαντασθώ πως ήταν η ζωή γι αυτές πρίν, όταν έσφιζε από ζωή ο τόπος.
Όταν υπήρχαν και ζώα στους στάβλους, όταν το θέρος κι η σπορά ήταν δική τους υπόθεση.
Όταν ζύμωναν ψωμί για δέκα νοματαίους, όταν ακόμη φτιάχναν καβουρμάδες και λουκάνικα, τραχανάδες και γιουφκάδια για να ταϊσουν την οικογένεια.
Όταν στήναν τους αργαλειούς για να τους ντύσουν και να φτιάξουν τα προικιά των κοριτσιών.
Αυτές οι ακούραστες «μηχανές», οι ασθμαίνουσες, οι περήφανες, οι αγόγγυστες, οι γενναιόδωρες, οι ταπεινές, οι μαλακές σαν ζυμάρι, οι μυρωδάτες σαν τα βασιλικά τους, οι όμορφες σαν τους μπαχτσέδες τους, αυτές οι απέραντες αγκαλιές αυτές οι οικογενειακές μας «αγίες», ακόμη ζούν κι αντέχουν, είναι οι γυναίκες της ζωής, οι μανάδες μας. Αυτές που ακόμη έρχονται στα όνειρα μας όταν βρέχει κάπου εκεί στο Μόναχο, στη Βρέμη στις Βρυξέλλες, και η παρηγοριά είναι το ζητούμενο σε ένα κόσμο σκληρό κι άγνωστο.
Συνάντησα πολλές: την κυρία Μαγδαληνή, την κυρία Αγγελική, την κυρία Βάσω, την κυρία Ζηνοβία, την Παναγιώτα, την Χρυσούλα.
Αυτή την άνοιξη συνάντησα άλλες δύο.
Μόλις είχαν έρθει οι πελαργοί και στρογγυλοκάθησαν στα Λάβαρα και το Κισσάριο, πήγα στην Καρωτή.
Το εξαίσιο που μου ‘μελλε, έστελνε μηνύματα.
Το φώς, οι μπλέ σημαίες της 25ης Μαρτίου, οι πεντακάθαρες Λαβαριώτισσες με τις βούρτσες να ασπρίζουν, «να γλείφουν» τα ντουβάρια.
Νάρκισσοι να προβάλλουν από το μαύρο χώμα της αυλής.
Μικρά κομμάτια μιας δειλής άνοιξης να παίζουν «κρυφτό». Αυτά που αφήνει ακόμη ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος να κλέβεις οπτικά από τα χωριά μας.
Η Καρωτή παρούσα και αναζωογονημένη. Είδα ανθρώπους και παιδιά στους δρόμους. Άκουσα τον ασβεστά να πουλάει ασβέστη και σιγοτραγούδησα το «Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη….» . Το χρώμα των φτωχών, ο εξαγνισμός των αθώων.
Παπιά και κοκόρια, γουρουνάκια και κατσίκια λιάζονταν και αυτά στον πρώτο ήλιο όπως οι μαυρομαντηλούσες στα σκαλιά.
Εκεί τις συνάντησα. Την Αννίτσα και την Καλή.
Δυό τεχνίτρες, δυό χρυσοχέρες
Δυό υπο εξαφάνιση καλλιτέχνιδες.
Αυτές που μπορείς να πείς μάνες της γής, ακούραστες μέλισσες. Αυτό είναι.
Όλα τα «προκάνουν» και σπίτι και μπαξέ και αρρώστους και ζώα. Τίποτα δεν τις τρομάζει γιατί η τέχνη τους τις τρέφει, τις κρατάει.
Κάθε φορά η ομορφιά της τις ανασταίνει.
Στολές φτιάχνουν.
Όχι για στρατιώτες και μουσικούς.
Τις τοπικές τους ενδυμασίες φτιάχνουν. Για σένα, για μένα, για το χορευτικό του συλλόγου, για το νοσταλγό του χθές.
Τις φτιάχνουν με μεράκι, καμάρι, τέχνη περισσή, δεν τσιγκουνεύονται τον κόπο, τα στολίδια, τα σιρίτια.
Μόνο να, το άσπρο, το «καμπάτικο» σαν βούτυρο πανί, πρίν το κόψουν και το βάψουν, το πονάνε. Καθώς σου μιλούν, το χαϊδεύουν, φοβούνται μη γίνει «ζιάνι» και «χαραμισθεί».
Αγωνιούν για τα στολίδια και τις πούλιες. «Γίναν ψεύτικες» – «και έμπορος ένας απόμεινε στο Διδυμότειχο» «Δεν φέρνει απ’ τις καλές τις τενεκεδένιες, φέρνει γυάλινες αυτές που χάνουν το χρώμα».
Κι αγωνιούν για την τιμή.
«Όλα ακρίβηναν, παιδί μ’»
Και μέσα στην ντουλάπα σου δείχνει πλούτο μοναδικό κι άφθονο. Τέτοιο που να χαίρεται η ψυχή και ζηλεύει ο νούς. Ζωνάρια, μεσοφόρια, γιλέκα και μαντήλια. Όλα τακτοποιημένα, όπως στις κερήθρες.
Εκλησιαστική τάξη, καθαριότητα ναού.
Και μια μυρωδιά να σε κατακλύζει: σαπούνι ματζουράνα και δάφνη.
Κι αυτή απλή, ταπεινή να σου λέει. Τι  κάνω;
Ότι ξέρουν όλες. Όμως δεν θέλουν να δουλέψουν ξένα.
«Αυτά παιδι μ’ όλοι τα ξέραν κι όλοι τάφτιαχναν για τα κορίτσια και τα παιδιά.»
Θυμώνω όταν σκέφτομαι πόσο ανίκανη είμαι, πόσο άμαθη, πόσο ακρωτηριασμένη από αυτά που μέ μαθαν και αυτά που αμέλησα να μάθω.
Ξεδιπλώνω τα υφάσματα και τα ρούχα. Μπερδεύεται το μάτι. Αυτές να κοιτάξω ή τις φορεσιές;
Ποιος καλλιτέχνης παίρνει τέτοιο μερίδιο θαυμασμού από το έργο του; Έργο θαυμασμού κι οι ίδιες.
Θαρρείς και η ομορφιά του ρούχου τις στόλισε κι αυτές. Τις φώτισε τα μάτια, έβαψε τα μάγουλα, έστησε τα στήθια.
Θυμήθηκα ένα γιό που έλεγε «….την θυμάμαι την μάνα μου μέχρι το ’63 που πήγε στη Γερμανία τα φορούσε τα ρούχα τα δικά μας.
Και ήταν όμορφη η μάνα μου .. πολύ όμορφη»
Έτσι και η Αννίτσα κι η Καλή δεν ξεχώριζα αν φορούσαν ή όχι τη φορεσιά. Είχαν γίνει ένα. Είχαν την αρχοντιά του ρούχου, τον αέρα της τέχνης, τη δύναμη του αργαλειού, το αψεγάδιαστο των κεντημάτων.
Ήταν ένα κομμάτι από αυτά που θέλει να κρατήσεις. Να φυλάξεις. Να δείξεις. Φοβάσαι μην εξαφανισθεί μη και τα παιδιά σου δεν χαρούν μη και ο οδοστρωτήρας της νέας τεχνολογίας το ισοπεδώσει και γίνει χαλκομανία στο λεύκωμα της «Λαϊκής μας κληρονομιάς»
Λες αυτό να είναι  ΠΑΡΑΔΟΣΗ;


English Translation
Title: Kali and Annitsa
I love the women of our countryside.
The chubby, the hard-working, the tireless, the craftswomen of the pastry. Those with the ‘permanent’, the golden smile, their festive Sunday dresses, and their thick woolen knit socks. Those of vespers, the unction of the Saturdays of the Soul, of the Sunday church, the communion bread. Those who stayed behind and looking forward to the return of Panagiotis, Vangelis, Elijah. Those with photographs of grandchildren throughout the kitchen.
Those who spend their life looking forward to whoever they have loved the most, their own offsprings. And they clean and decorate, and scour backyards and kitchens.
Those who paint their garden walls still with lime, exorcizing the dirt and with it their loneliness too. They shine the walls and turn up the land in March just like they do with their sofas.
So life flows silently in the villages without children's voices, with empty playgrounds waiting for holidays and vacation to be visited by the emigrants, those from the city, the brides and grandchildren, to bring life to the empty houses, the squares, to bring some color to the black of the elderly, to bring them to the doctors, to feel a sturdy hand touching them, build some courage for the rest of the year.
It’s hard to imagine how their living was in earlier times, when the place was bursting with life.
When there were still animals in the stables, when the mowing and seeding were their own responsibility.
When they baked bread for ten siblings, when they still prepared kavourmas and sausages, trahanas and yufkas to feed the family.
When they set up their looms to dress them and weave the dowry for the girls.
These tireless "machines", the panting, the proud, the groan-less, the generous, the humble, the soft like pastry, as fragrant as basil, beautiful like flower gardens, these endless hugs, our family "saints" still live and withstand, are the women of life, our mothers. Those who still come in our dreams when it's raining somewhere in Munich, Bremen, Brussels, and comfort is what matters in a world of hardness and unknown.
I met many: Kyria Magdalena, Kyria Angelica, Kyria Vasso, Kyria Zenovia, Panagiota, Chrissoula.
This spring I met two more.
Just after the storks arrived and settled conveniently in Lavara and Kissario, I went to Karoti.
That exquisite, destined to me, was sending me a message.
The light, the blue flags of March 25th, the spotless Lavara women whitewashing with brushes, to 'lick' the mud and stone walls.
Daffodils rising out of the black soil of the yard.
Small pieces of a humble spring playing "hide and seek." Those that modern motorways allow us to yet visually steal from our villages.
Karoti omnipresent and revitalized. I saw people and children in the streets. I heard the lime salesman sell lime and I whispered silently to the rythm “the neighborhoods scent basil and lime ....". The color of the poor, the purification of the innocent.
Ducks and roosters, pigs and goats, them sunbathing too in the first sun, just like the women with black scarves sitting in their stair steps.
It was there where I came across them. Annitsa and Kali.
Two craftswomen, two gold-handed.
Two endangered artists.
Those that you could call mothers of the earth, the tireless bees. That's them.
They manage everything, the house, the gardens, the sick and the animals. Nothing frightens them because their craft feeds them, and keeps them alive.
Each time its beauty resurrects them.
They make uniforms.
Not for soldiers and musicians.
They make their own local costumes. For you, for me, the dance club, for the yesteryear’s nostalgics.
They make them with motivation, pride, abundant craftmanship; they don’t spare the effort, the ornaments, the braid.
Only about the white cloth, the “kampatiko" just like butter, before they cut and paint it, they feel quite sorry. As they talk to you, they caress it, they fear that it becomes "ziani" and “gets wasted.”
Anxious about the sparklers and sequins. “They're fake now - and only a dealer's left in Didymoteicho”, “He doesn’t import the good ones, the tin; he brings us glass ones, those that lose their color."
They worry about the price too.
"Everything’s got more expensive, my child”
And inside their closet they display to you unique richness and abundance. Such that rejoices the soul and turns the mind jealous. Belts, petticoats, vests and scarves. All arranged, as in honeycombs.
Religious order, a temple’s cleanness.
And an overwhelming scent: marjoram soap and bay leaves.
And her, simple, humble, to be telling you. “I don't make anything special. Whatever they all merely know how to do. But they don’t like to make things for strangers.”
"These, my child, everyone was aware of, and everybody knew how to make, for their girls and children.”
I get raged when I think how incompetent I am, how agnostic, how mutilated from the things they taught me and I neglected to learn.
I unwrap the fabrics and clothes. My eyes get confused. To look at them first or at their dresses?
Which artist gets such a share of appreciation from his work? A work of great esteem are those two women, indeed.
You'd think the beauty of the garment adorned them too. It brightened their eyes, painted their cheeks, erected their breasts.
I recalled a son who used to say ".... I remember my mother, until 1963 that she emigrated to Germany, she used to wear our local clothes.
And she was beautiful, my mother .. quite beatiful "
Thus, I could not single out whether Annitsa and Kali were wearing or not their costumes. They had become one. They had the nobility of clothing, the allure of the craft, the power of the loom, the unblemished of the embroidery.
They were of those things that make you wanna keep. Protect them. Show them off. You are afraid that they will disappear and your children won’t be able to cherish, that the heavy tractors of the new era will demolish to the ground and they’ll become decals on an album about “our People’s heritage"
Do you think that this is called TRADITION?



(Authored by Maria Toloudi)

2 σχόλια: