Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Το βενζινάδικο

Στάθηκα μπροστά στην αντλία, έσβησα τη μηχανή, άνοιξα το παράθυρο και του έδωσα τα κλειδιά. Να το γεμίσει του ζήτησα. Φόρεσα τα γάντια καθώς έβγαινα. Ο χειμώνας είχε για καλά εγκατασταθεί, έτσι εξακολουθούσα να οδηγώ με το πανωφόρι και το κασκόλ. Βγαίνοντας με κοίταξε. Ξεκίνησε με τον καιρό και ρώτησε για την υγεία μου και εγώ για τη δική του.
«Καλά είμαι, αλλά…» απάντησε, και ήξερα ότι θα συνέχιζε. Εικοσιπέντε χρόνια παρέμενα πελάτης και καθώς άσπριζαν τα μαλλιά μου εξελισσόταν και η ιστορία της οικογένειας.
Φιλιώ.
Αδύνατη, κατηγορίας φτερού, αεικίνητη, με δύναμη δυσανάλογη των αναλογιών της. Άρπαζε τη μάνικα και σε ώρες αιχμής τα κατάφερνε με δυο και τρία αυτοκίνητα, ενώ παράλληλα διατηρούσε αντίστοιχους διαλόγους χωρίς να χάνει τη συνέχεια, ούτε να μπερδεύει ονόματα. Ανάμεσα στα εβδομαδιαία γεμίσματα είχα πλήρη εικόνα του σπιτιού, του αναίσθητου, άκαρδου, σπάταλου, αδιάφορου, τεμπέλη, βρωμιάρη Ανέστη, που το μόνο που τον ενδιαφέρει και τον απασχολεί είναι η Σμαρώ, η φουρνάρισσα με τα φουσκωτά μάγουλα και τα βυζιά που ξεχειλάνε σαν τα ψωμιά της. Της φιλοχρήματης κόρης που μόνο σπίτια ξέρει να υψώνει και το σακάτικο, ο Πέτρος, που την χτίκιασε και της έκλεψε τη χαρά της ζωής. Της στέρεψε τα δάκρυα.
Ανέστης.
Στρογγυλός ως μπάλα, μονίμως με σορτσάκι, jockey καπέλο, τα γυαλιά κρεμασμένα στο στήθος, κόκκινα μάγουλα και μύτη, αργός, αλλά γελαστός. Κάθε που ανέπτυσσε κινητικότητα, η απόδειξη ότι είχε εμφανισθεί θηλυκό στην περιοχή ελέγχου του. Μιλούσε κυρίως με το κινητό δυνατά, λιγόλογος με τους πελάτες, περιποιητικός με τις πελάτισσες, λες κι ο καιρός και η ακρίβεια αφορούσε μόνο αυτές. Άλλοτε πάλι σιγομουρμούριζε στη γωνία με την ουρά να αυξάνει και μια Φιλιώ να ορμάει από μέσα για να του φέρει τη μάνικα στο κεφάλι, αλλά άλλαζε γνώμη βλέποντας τους πελάτες και πήγαινε σε αυτούς. Το στρογγυλό ανθρωπάκι καταβλημένο το συνάντησα στο χώρο εξιτηρίων του νοσοκομείου. Απέφυγα την συνομιλία μαζί του για λόγους αμφότερης αμηχανίας. Αργότερα το μετάνιωσα.
Βασιλική.
Η μαντάμ Σουσού του βενζινάδικου, ομορφούλα, με ελιά, τελετουργική στις κινήσεις, αδιάφορη για τον κοινό της, αμίλητη, έπιανε κλειδιά και μάνικα με γάντια μασώντας αιωνίως μια τσίχλα, μάτια κρυμμένα πίσω από μαύρα γυαλιά, ακόμη και όταν ο ήλιος είτε δεν είχε ανατείλει είτε δύσει. Η φωνή της σπανίως απευθύνεται σε πελάτες, παρά μόνο σε υψηλά ντεσιμπέλ προς τους οικείους της. Πάντα απαντώντας ή καταγγέλλοντας. Δίπλα της πηγαινοερχόταν ένας κατά υποψία άνδρας, χλωμός, ο σύζυγος, προφανώς αντί κατοικίδιου. Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην ογκώδη ακαλαίσθητη κατοικία όπισθεν του πρατηρίου καυσίμων και το χώρο όπου επιχειρούσαν άπαντες.
Πέτρος.
Εμφάνιση νεώτερη της πραγματικής ηλικίας, ημιπληγικός (χέρι, πόδι δεξί), διαβιούσε ως μασκότ για τους πελάτες, ως παιδί για όλα τα θελήματα για Φιλιώ, Βασιλική και κατοικίδιο. Ο Ανέστης τον πείραζε, του χάιδευε το κεφάλι ανάμεσα σε γεμίσματα, τηλεφωνήματα και εισπράξεις, κι αυτός πρόθυμα τον ακολουθούσε από πίσω στις βάρδιές του σέρνοντας το πληγωμένο κορμί του. Στις βάρδιες των κυρίων καθηλωνόταν στο πεζούλι με το βλέμμα στο κενό αρνούμενος στις προσταγές τους μια και ο προστάτης ήταν εν ζωή.
Αποτελούσαν μια οικογένεια που εκμεταλλευόταν το περί ου ο λόγος πρατήριο και που πελάτης παρέμεινα επί 25ετίας. Σε κάθε γέμισμα όλοι μου δίναν μια τσίχλα εκτός της Βασιλικής.
Σήκωσε τη μπλούζα και διάβασα το τατουάζ «Πατέρα, σ’ αγαπώ».
«Τρία χρόνια χωρίς αυτόν και με τις μέγαιρες να με βασανίζουν. Κάθε μέρα πηγαίνω και του μιλάω. Του παραπονιέμαι για την κακία τους. Δεν φταίω εγώ. Τους είμαι βάρος, το ξέρω. Αλλά θα μπορούσε να συμβεί και σ’ αυτές. Έχασα τον προστάτη μου, το καταλαβαίνεις; Είμαι το κλοτσοσκούφι τους. Πέτρο εδώ, Πέτρο εκεί, Πέτρο, Πέτρο, κουνήσου, βράδιασε, μάζεψε τα πόδια σου. Τι να τα μαζέψω; Μαζεμένα είναι.»
Το χέρι σχεδόν διπλωμένο προσπαθούσε να εφαρμόσει τη μάνικα στο στόμιο βενζίνης. Θα ήθελες να τον βοηθήσεις, αλλά νιώθεις το απαγορευτικό του βλέμματός του. Συνεχίζει να ζει μαζί τους. Πού να πάει; Βεβαίως η κακία τους τον πληγώνει.
«Θα σας ακούσω, θα αδιαφορήσω, αλλά σίγουρα δεν είναι εύκολο. Ο κόσμος δεν δέχεται τους διαφορετικούς. Τους χρειάζεται να του θυμίζουν την αρτιότητά τους. Να τους ικανοποιούν το εγώ τους. Ο πατέρας ήταν αλλιώς, μόνο όταν έπινε τις μπυρίτσες του αναρωτιόταν το γιατί. Εγώ δεν αισθάνομαι διαφορετικός, δεν βαρύνω κανέναν, προσφέρω. Έχω άλλη ταχύτητα. Μήπως όλα τα αυτοκίνητα είναι ίδια; Όμως στον ίδιο δρόμο κυκλοφορούν. Αργά, γρήγορα, επιδέξια, αδέξια, προηγμένα ή μη, μεταφέρουν και μεταφέρονται. Έτσι κι εγώ. Η μάνα; Δεν άντεξε την αδικία της τύχης της. Η απόρριψή της από τον πατέρα, η ύπαρξη της Σμαρώς, η δική μου αναπηρία την σαΐτεψαν στην καρδιά και το μυαλό. Και τα δυο τα ’χε πληγωμένα. Έμπασε.
Ποιος ζει χωρίς αγάπη; Κι εγώ δεν έχω. Νιώθω μόνος. Πελάτες σαν κι εσάς κάπου κάπου με τον καλό τους λόγο μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω. Να επιμείνω. Να επιμείνω στη ζωή, όπως λέτε. Να ξεχάσω. Τι να ξεχάσω; Εγώ το έγραψα» και ξανασήκωσε τη μπλούζα. Και τότε βλέπω και την ημερομηνία, 24 Ιανουαρίου 2009. Τρία χρόνια παρά ένας μήνας.
Απώλειες που άλλα μέτρα τις μετρούν.
Πλήρωσα, πήρα την τσίχλα, μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπρος. Μια άλλη εβδομάδα περίμενε την εξέλιξή της με απώλειες και κέρδη. Ο δρόμος χανόταν μέσα στο γκρίζο τοπίο και οι άσπρες διαγραμμίσεις έδειχναν τη πορεία μου. Κοίταξα χέρια και πόδια, αυτά που ποτέ δεν τους είπα «πόσο χαίρομαι που είμαστε μαζί και τόσο πρόθυμα με στηρίζετε».


English Translation
Title: The Gas station
(Written by Maria Toloudi)



I stopped the car in front of the pump, turned off the motor, pulled down the window and gave him the keys. Full tank, I told him. I put on my gloves, as I got out of the car. The winter had already settled for good, therefore I continued to drive around in my overcoat and scarf.
He looked at me, as he approached. He began smalltalking about the weather and asked me about my health, and I queried him about his.
“I am ok, but ..." he replied, and I knew that he would keep on talking. I’ve been a customer for twenty five years, and as my hair grew gradually gray, the story of the family has been unfolding in front of my eyes.
Filio.
Skiny, featherweight, restless, with a force disproportionate to her size. She grabbed the hose, and at rush times, she coped with two or three cars all at the same time, while in parallel she engaged in respective conversations without losing her sequence or mixing up client names. During the weekly tank fills, I got the full picture about their family, the insensitive, cruel, wasteful, indifferent, lazy, filthy Anestis, whose only interest and concern was Smaro the baker, with rounded cheeks and tits that burst out looking like her loafs of bread. Her stingy daughter who only cared about how to have her own house built, and her cripple son, Petros, whose condition depressed her and stole the joy off her life. Her tears had dried up.
Anestis.
Round like a ball, permanently in shorts, jockey hat, spectacles hanging on the chest, red cheeks and nose, slow moving, but mostly smiling. Every time he developed increased mobility was the evidence that a female creature appeared in his radar screen. He mainly spoke loudly in his cell-phone, being tight-lipped with male customers, but especially verbal to female, as if time and the increasing cost of life only concerned those. Or again, he mumbled at the corner, with the client queue ever growing, and Filio rushing out of the shop to smack his head with the hose, but eventually changing her mind by noticing the customers and attending to them instead. I once met the round little man at the hospital, while he was being discharged. I avoided a conversation for reasons of mutual awkwardness. I later regretted this.
Vassiliki.
The Madame Chou-Chou of the gas station, cutie, with a beauty spot, with ritual gestures, uninterested in her customers, tight-lipped, holding the hose and keys with gloves, always chewing a gum, eyes hidden behind dark glasses, even when the sun had not risen yet or after it set. Her voice is rarely addressed at customers, but exclusively at her family members, and in high-volume decibels. Always as a response, or a complaint. Next to her someone, presumably a man, has been walking back and forth, pale, her spouse, obviously in lieu of a pet. He formed the link between the massive distasteful house behind the gas station and the place where all of them operated.
Petros.
He looked much younger than his actual age, hemiplegic on his right arm and leg, existed like a mascot to the customers, as a kid for all errands for Filio, Vassiliki and the pet. Anestis playfully teased him, and caressed his hair between refills, telephone calls and receipts, and Petros willingly followed him during shifts by dragging his wounded body along. During the shifts by the two women, he sat at the bench and looked into the void by ignoring their commands as his own caretaker was still alive.
They were a family who operated the gas station in question, whose customer I remained for 25 years. At every refill they offered me a chewing gum as a treat, all of them did, except Vassiliki.
He raised his shirt and I read a tattoo "Father, I love you."
“Three years without him and the shrews keep abusing me. I'm visiting his grave every single day and talk to him. I complain about their wickedness. It’s not my fault. I am a burden to them, I know. But it could have happened to them too. I lost my defender, you know? I became a ‘kick-around’ to them. Right here, Petro, right there, Petro, Petro, Petro, move on, day's over lad, pull-up your legs. What to pull-up? They are cripple.”
His hand, almost folded, trying to force the hose into the car's fuel inlet. You’d like to help him, but you sense a turndown in his gaze. He continues to live with them. Where else to go? Their wickedness upsets him for sure.
“I will listen to you, I might shrug, but it’s not that easy, you see. The world does not accept freaks. People need them as a reminder to their perfectness. To satisfy their ego. Father was different; he’s been wondering about the ‘why’ only after he drank a few beers. I don’t feel a freak, do not burden anyone; I add value. I have a different tempo, of course. Are all vehicles identical? However, they all travel in the same roads. Slow, fast, accomplished, clumsy, cutting-edge or not, they transport and get transported. So, me too. Mother? She couldn’t stand the unfairness of her destiny. Her rejection by father, Smaro’s presence, my own disability disrupted her heart and mind. She had them both damaged. There's leakage.”
“Who can live without love? And I don't have one. I feel quite lonely. Customers like you with words of encouragement from time to time give me strength to continue. To insist. To persist in life, like you say. To forget. What could I forget? You see, I've had this tattooed… “, and he pulled up his blouse again. And then I saw the date, “January 24, 2009”. Three years almost to the day, less than a month away.
Deprivations being measured by quite different criteria.
I paid, I received the chewing gum, got back in the car, and I ignited the motor. Another week awaiting the advancement of ‘Profit and Loss’. The road was vanishing inside the gray landscape and its white markings outlined my route. I stared at my arms and legs to whom I happen to have never disclosed "how glad am I we are all stuck together and you are so agreeable in supporting me.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου