Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Απόηχος εορτών



Το χοιρινό ήρθε και φέτος ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο.
Πρώτο πράμα, σπιτικό γουρούνι –«μόνο μήλα έφαγε»
Το αίμα όμως ήταν κόκκινο, φρέσκο και που και που μαύριζε εκεί που στάθηκε

Νόμιζε θα γεμίσει τον τόπο. Ή τόκανε;
Πρώτα γέμισε το τραπέζι, το πάτωμα κι ύστερα νομίζεις ότι η μυρωδιά του και το κόκκινο απλώθηκαν παντού.
Κάθε χρόνο έπρεπε να το κάνει. Λες και χάθηκαν οι αξιοπρεπείς μπουτίκ κρεάτων να πάρεις στη ζελατίνα «4 υπέροχες μπριζόλες» για σύγχρονα νοικοκυριά απαλλαγμένες από το αίμα.
Το αναζητούσε το εγχείρημα.
Χρόνο με το χρόνο, άλλος ήταν ο θυσιαζόμενος καθώς το μαχαίρι βυθιζόταν στην σάρκα του ήδη σκοτωμένου ζώου
Εκείνη, εκείνος, η προδοσία, οι απολεσθέντες φίλοι, οι ανικανοποίητοι έρωτες τα ανολοκλήρωτα πάθη, η επανάληψη, ο θόρυβος, το χρώμα κι η ενοχή, η αρρώστια. Η σειρά δεν έχει σημασία. Μόνο όσοι την ήξεραν την μάντευαν.
Φέτος είχαν σειρά τα όνειρα. Αυτά που άφησε και ξεθώριαζαν και αυτά που κλωστή – κλωστή τα υφαίνει θαρρείς κι η απόκλιση θα έχει σημασία
Όνειρα ήταν και θα μείνουν.
Αφού ξεκαθάρισε τα μεγάλα κομμάτια για να μπουν στο ψυγείο ήδη είχε ξεκαθαρίσει και με το παρελθόν ό,τι ονειρεύτηκε – ονειρεύτηκε
Καιρός να απαλλαγεί: από το αύριο, το μετά, το άπιαστο.
Ποτέ δεν θα πετάξει, αυτό είναι σίγουρο και τελεσίδικο, πάνω από πράσινους αγρούς με λευκά ρούχα. Αυτά φρόντισαν άλλοι να τα ματαιώσουν και να τα ματώσουν.
Προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε κάλαντα και φωνές από την τηλεόραση, στο δύσκολο έργο.
Στα καλά κομμάτια το μαχαίρι δούλευε κι αφαιρούσε, έφθασε στο σήμερα και το χθεσινό όνειρο.
Ό,τι είχε απομείνει από τα βουκολικά τοπία ήταν υγρές γωνίες με πολλή ενοχή. Στενάχωρα τοπία και περιορισμένες εικόνες ανάμεσα σε έπιπλα και μοναξιά με επαναλαμβανόμενους ήχους
Δεν είχαν καν «εποχή» χωρίς κατάταξη στην ιστορία τέχνης. Τέτοια που θάβλεπε ο οποιοσδήποτε. Συνέχισε να κόβει και να μονολογεί
Δεν βαριέσαι, υγεία νάχουμε. Ευτυχία και τύχη παίζονται. Τι κι αν έμεινε μόνη; Αν τα λευκά της χέρια υποχώρησαν στη χλωρίνη και στα κρεμμύδια; Αν οι ρυτίδες πλαισιώνουν τα άλλοτε ονειροπόλα μάτια της;
Η προσδοκία κι αναμονή ενός ανύπαρκτου παραμυθιού την κρατάει ακόμη.
Η διαρκής διαθεσιμότητα της προς άλλους, ψέματα της λέγαν ότι θα την λάμπρυναν, την έφαγαν όπως η σκουριά τα κάγκελα της εξώπορτας της.
Μια σειρά από Χριστούγεννα πάλευε για να χαρίσει χαρά και δώρα σε όλους. Σαραγλιά – κουραμπιέδες – μπάμπω – δώρα για μικρούς και μεγάλους να πρωτοτυπήσει για τα δώρα και το εορταστικό κλίμα. Να φροντίσει για όλους και να ξεχάσει τον εαυτό της. Όλους τους νοιάζεται, και τους φτωχούς και τους γέρους της γειτονιάς, τους μόνους και τις μόνες.
Μια σειρά από πράξεις, έτσι γιατί οι μέρες το επιβάλλουν και η άσβεστη φλόγα της κανδήλας της το αποδεικνύει.
Κι εκείνη να ονειρεύεται, να περιμένει. Καμία φορά τη νύχτα ανοίγει το παράθυρο για να μπει το αεράκι και τότε ονειρεύεται.
Έχει την ευχαρίστηση να πηγαίνει στην πατρίδα της να παίζει με τις φίλες της και τα κοτσιδάκια της να ανεμίζουν στην αύρα του νησιού. Άλλοτε ονειρεύεται το καΐκι στα Μουδανιά να φεύγει και το βασιλικό που εκείνος ο όμορφος νιός, ο Νικηφόρος, της έβαλε βιαστικά και κρυφά στο χέρι και κοκκίνισαν τα μάγουλά της και χτύπησε σαν τρελή η καρδιά της.
Μπα σε καλό της. Παντρεμένη γυναίκα
Τι ονειρεύεται;
Και την νόνα της να της δίνει κρυφά κάτω από την ποδιά της παστέλια και μπομπόνια και η γλύκα τους να γεμίζει το στόμα και να την ξυπνά. Όσο σκέφτεται το «σάκχαρο» της τα αποχαιρετά.
Συνεχίζει να κόβει και να διαπιστώνει την σύγχυση ανάμεσα σ’ αυτή και τη θειά της. Οι ρόλοι ταυτίστηκαν! Αυτό είναι ένα άλλο – φρικτό όνειρο
Μεγαλώνει κατά 30 χρόνια και ζει στο όνειρο μιας άλλης τα όνειρα.
Σαν να βιάζεται να μεγαλώσει
Ή είναι ένα και το αυτό ΠΡΟΣΩΠΟ;


English Translation
Title: Holidays overtones
(Authored and translated by Maria Toloudi)

The pork meat was brought home this year in one piece… or almost.
Above all, it was a homegrown hog that was "exclusively fed with apples”.
However, its blood was red, and looked quite fresh but it was dark in the spots where it stood still. She thought it would fill-up the room. Or did it?
First it filled-up the table, the floor next, and then you thought its smell and the red were spread all over the place.
Every year she had to do it. Like there weren’t any decent butcher shops left to buy wrapped in foil "4 great steaks" washed from blood, aimed at modern households.
She was just looking for trouble.
Year after year, someone else got sacrificed while the knife was sinking into the flesh of the already slain animal.
Her, him, the betrayal, the lost friends, unsatisfied love affairs, unfulfilled passions, repetition, noise, color and guilt, disease. The exact sequence didn’t matter. Only those who knew could guess it.
This year was the turn of dreams. Those that she abandoned and that faded out, and those that got woven thread by thread as if inconsistencies would matter.
They were dreams and will remain so.
While cleaning the main chops to store in the fridge, she also dealt with the past. What she dreamed of – she dreamed.
About time to escape: from the day after, from what comes next, the unattainable.
She will never fly again over the green fields dressed up in white, that's certain and final. Others made sure these dreams were abandoned and filled with blood.
She progressed slowly in her heavy toil, between carols and voices from the TV set.
The knife kept working and removing inside the best parts … she eventually arrived at today's day and yesterday's dream.
Whatever was left of the pastoral landscape were humid corners with a lot of guilt. Gloomy landscapes and incomplete views between furniture and loneliness with repeating sounds.
They did not even belong to an "era", and were not classified in the History of Arts. The sort of thing that anyone could watch. She continued to slash the meat and talk to herself.
"No bother, as long as we stay healthy." An interplay of happiness with luck. What if she were left alone? What if her white hands eventually surrendered to bleach and onions? And wrinkles framed her formerly pensive eyes?
Expectation and the anticipation of a nonexistent fairy tale still uphold her.
Her continuous availability to others, they fooled her that it brightens her up; in fact it had worn her as the rust wears off the bars of her garden gate.
During a number of Christmas seasons she struggled to offer joy and presents to everyone. Saragli - buns - candy - gifts for kids and adults, she tried indeed to innovate in the types of presents and the festive atmosphere. Caring for everyone else and forgetting about herself. She cared about all of them, the poor and elderly in the neighborhood, the single and alone, men and women.
A chain of activities as the season demanded, and the unquenchable flame of the suspended oil-lamp has proven .
She dreams and she’s been waiting. Sometimes at night, she opens the window to get some breeze, and then she dreams.
She enjoys going back home to play with her friends, her pigtails waving in the island breeze. Sometimes she dreams about a wooden boat departing at Moudania, and about the basil, which that handsome lad, Nikiforos, hastily and secretly put in her hand, with her cheeks turning red and her heart beating insanely.
How could she! A married woman!
What is she dreaming about?
About her godmother secretly passing to her pastels and candy, under her apron, and their sweetness filling her mouth and waking her up. Recalling in her mind her state of diabetes, she decided to wish them farewell for good.
She continued to slash the meat, and noticed the doubt between her and her aunt. The roles became identical! That is another – a horrible dream.
She grew older by 30 years, and she experiences somebody else’s dream inside her own.
Like she was in a hurry to grow up.
Or is she one and the same PERSON?

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου