Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Λάσπη

Καθώς έβλεπε, στην οθόνη της τηλεόρασής της, το τεράστιο ζώο να κυλιέται στη λάσπη, ένιωσε ακόμη μία φορά την απέχθεια για την συγκεκριμένη υγρή μάζα. Τα χρόνια κύλησαν, τουλάχιστον 60, όμως στη θέα της βίωνε την απειλή της.
Μίκραινε και αισθανόταν ανήμπορη μπροστά στην ματαίωση που σηματοδοτούσε. Ο σχολιαστής διευκρίνισε ότι το λασπόλουτρο είναι ευεργετικό για το ζώο, το προστατεύει. Όπως κάποια λασπόλουτρα κάποτε, είχε ακούσει, θεράπευαν ανθρώπους. Άνδρες, γυναίκες βουτηγμένοι στη λάσπη απολάμβαναν την επαφή μαζί της, παιχνίδιζαν όπως στο νερό και ευελπιστούσαν, όπως διέκρινε στα μάτια τους, τα μόνα ακάλυπτα από τη λάσπη, την ίαση του παθημένου σώματός τους.
Η δική της λάσπη, μόνο το σπίτι της έσωσε. Καμία ίαση ψυχικού τραύματος δεν επέφερε.
Παρέμεινε για χρόνια το αντιπαθητικό υλικό. Δεν έπλασε ούτε κουλουράκια με αυτήν, ούτε έχτισε καμαρούλες.
Το μόνο που ήξερε ήταν ότι κάθε Κυριακή του χειμώνα κατέβαιναν από το σπίτι μέχρι τον Άγιο Ελευθέριο φορώντας τα παλιά παπούτσια και έχοντας στο χέρι τα καλά για να τα βάλουν λίγο πριν τον πρόναο, πριν εισέλθουν εντός του ναού για λειτουργία ή κοινωνία. Μια διαδικασία υπό τα κοροϊδευτικά βλέμματα των άλλων παιδιών και κυρίως των εξαδέλφων που έμεναν παραπλεύρως του ναού.
Δεν μπορεί βεβαίως να ξεχάσει το ταξίδι στην Ορεστιάδα με το μεγάλο φορτηγό του θείου, που κατέληξε εις όλεθρον, όταν παρά τις οδηγίες να παραμείνουν εντός του οχήματος, οι δύο ξαδέλφες κατέβηκαν από το φορτηγό, προκειμένου όπως νόμιζαν να διασκεδάσουν και το πόδι της με το χειροποίητο καφέ παπούτσι, το πρώτο μη δετό, βυθίστηκε στη λάσπη μαζί με το πόδι ως το γόνατο και γρήγορα, ζηλεύοντας θαρρείς, ακολούθησε το άλλο.
Το καφέ, μη δετό παπούτσι ποτέ δεν ευρέθη. Ίσως το έφερνε αργότερα κάποιος πρίγκιπας, αλλά και αυτός είχε χαθεί στη λάσπη των καιρών.
Τραγικότερη θύμηση περί λάσπης η παραμονή των Χριστουγέννων των επτά χρόνων της. Μόλις την προηγούμενη χρονιά είχε ανακαλύψει την γοητεία του ασημόχαρτου των σιγαρέτων, όταν το λαμπερό χαρτί γινόταν το μαγικό ραβδάκι και μεταμόρφωνε καρύδια, αμύγδαλα και κουτάκια στα χέρια της νηπιαγωγού της.
Ένα χρόνο μάζευε τα χαρτάκια και τύλιγε καρύδια, αμύγδαλα, έφτιαχνε γιρλάντες. Τα μανταρίνια θα τα άφηνε στο τέλος. Ένας ασημί θησαυρός κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι της. Με τα μικρά της χεράκια τύλιγε, πίεζε, έφτιαχνε μεταμορφώσεις. Ζωντάνευε τα ασημόχαρτα απ’ όλους, χώρια τα θελήματα που πρόθυμα εκτελούσε για να αποσπάσει από θείους, φίλους, συγγενείς και πελάτες του φούρνου της γιαγιάς τα περιζήτητα χαρτάκια.
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και ήδη είχε λάβει υπόσχεση δένδρου από τον καραμαλή θείο. Αυτός κάθε μέρα ήταν στους δρόμους, ένα κλαδί θα της έφερνε. Τις υποσχέσεις του τις κρατούσε και έφερε κλαδί αγρίου κέδρου. Όσο το ύψος της. Το είχε βάλει μέσα σε ένα τενεκέ από λάδια φορτηγού, το στερέωσε με χώμα και το τοποθετήσαν στο μικρό καμαράκι κουζίνα, σαλόνι, δίπλα στη σόμπα στριμωγμένο και αυτό, όπως και όλοι τους.
Μέρες το στόλιζε με τα έργα της. Έφτιαξε και χρυσά μανταρίνια, κάλυψε με μία άσπρη πλεκτή φανέλα το κουτί, έφτιαξε κεριά, τεμαχίζοντας τα της Ανάστασης και το καμάρωνε. Άφησε, επίσης, ένα πάνινο πακέτο δικής της κατασκευής, κάτι σαν τυλιγμένο μωρό, δίπλα με ασημί φωτοστέφανο στο πάνω μέρος, υπονοώντας το Θείο Βρέφος σε μια αυτοσχέδια φάτνη. Η χαρά της ήταν τόση που έχανε τα λόγια της, τρέχοντας γύριζε από το σχολείο, να προσθέσει κάτι, να αλλάξει θέση, να μαστορέψει.
Τα φώτα θα τα άναβε ο μπαμπάς την παραμονή για να υποδεχτούν τον Χριστό και ίσως κάτι άφηναν κάτω από το δέντρο και οι άλλοι.
Ακόμη και ο Απόστολος ο αδελφός της αν και αρκούδιζε δεν το πλησίαζε. Ίσως το φοβόταν, ίσως το θαύμαζε.
Αυτή το θαύμαζε. Έσκυβε και σηκωνόταν, οι μακριές κοτσίδες πήγαιναν κι ερχόταν. Ως και τις κορδέλες της θυσίασε για την ομορφιά του δέντρου της, δεξιά και αριστερά δύο φιόγκοι άσπροι καμάρωναν. Καμάρωνε και αυτή. Ήθελε όλοι να το δουν. Τους καλούσε όλους και οι υποσχέσεις λέγαν «θα έρθουμε ανήμερα».
Αυτό το ανήμερα αργούσε, αλλά πλησίαζε μέχρι που ήρθε η παραμονή.
Μια βροχή ημερών είχε κάνει την αυλή βάλτο και τους δρόμους να μοιάζουν με οργωμένο χωράφι.
Παρ’ όλα αυτά, επανέλαβε τη γνωστή ρουτίνα λίγο πριν νυχτώσει πήγε να φωνάξει τον πατέρα από το καφενείο.
Τον περίμενε από το μεσημέρι. Τα κάλαντα τα είχε τραγουδήσει, η αγορά κόντευε να κλείσει, όταν γύρισαν σπίτι με τον Απόστολο στο καροτσάκι, αφού είχαν εξαντλήσει το «κάντε μια βόλτα και έρχομαι», αλλά δεν ήρθε, τα παράθυρα στη γειτονιά άρχισαν να φωτίζουν.
Κάθε λίγο πήγαινε στην πόρτα να δει μήπως και έρχεται. Η εντολή ήταν ρητή, αυτός θα άναβε τα κεριά.
Μέσα στο σκοτάδι, στην βροχή προσπαθούσε να αναγνωρίσει την φιγούρα του. Μια βουτούσε το βλέμμα στο σκοτάδι, μια το έστρεφε στο δέντρο. Ο αδελφός της είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, βυζαίνοντας το δάχτυλο. Η μάνα της πήγαινε και ερχόταν στην κατσαρόλα και μουρμούριζε ή έτσι της φαινόταν. Εκείνη έλεγε ότι έψελνε. Αυτή για μουρμούρα της έμοιαζε και έτσι παρέμεινε. Όταν άρχισε να κουράζεται έμενε περισσότερη ώρα στον καναπέ και λιγότερη στο παράθυρο μέχρι που τα μάτια της βάραιναν.
Πριν την προσταγή «ώρα για ύπνο» πήρε την μεγάλη απόφαση. Το δέντρο που με τόσο κόπο και υπομονή έφτιαξε θα το φώτιζε με ή χωρίς αυτόν.
Βουτάει τα σπίρτα δίπλα από την γκαζιέρα και επωφελούμενη την απουσία της μάνας της, στο άλλο δωμάτιο, υποτίθεται την κρεβατοκάμαρα, αρχίζει να ανάβει τα κεριά.
Πρώτο κερί, δεύτερο, το τρίτο και μια λάμψη, ως θαύμα, τύλιξε το δέντρο που άρχισε να καίγεται και να τσιτσιρίζει καθώς είχε καταξεραθεί τόσες μέρες δίπλα στη σόμπα. Μαζί με αυτό άρχισε να τσιρίζει και αυτή. Ορμάει μέσα η μάνα της, βουτάει το δέντρο ουρλιάζοντάς της και ξεσπώντας πάνω της το παράπονο, την κούραση και την αναμονή του ασώτου, ανοίγει με το άλλο χέρι την πόρτα και πάρ’ το έργο τέχνης ξαπλωμένο μέσα στις λάσπες κάτω από την βροχή με τις φλόγες να υποχωρούν. Με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα βουβά, το κοίταζε και το θρηνούσε μισοκαμμένο, λερωμένο, θλιβερό. Κάπου-κάπου ένα ασημένιο καρύδι της έστελνε μικρό λαμπύρισμα, σαν φιλί μες την νύχτα μη και σταματήσουν τα δάκρυά που έπεφταν βροχή. Αδυνατούσε. Έργο δύσκολο για καρύδια ακόμη κι αν έχουν ασημόχαρτο.
Λάσπη, η λάσπη το έπνιξε και την ομορφιά του κατάστρεψε, αλλά το σπίτι το έσωσε.
Εκείνη, έμεινε στην πόρτα φοβισμένη, παγιδευμένη στη φωνή της μάνας της, κοιτώντας το λασπωμένο δέντρο, ακυρωμένο, όπως και οι προσδοκίες της.
Της έφταιγαν οι λάσπες.

English Translation
Title: The mud
(Authored by Maria Toloudi)

As she watched that huge animal on her TV screen bathing in the mud, she felt an aversion for the wet mass. At least 60 years passed by, but seeing it again made her experience its threat.
She felt herself shrinking and helpless in front of the disaster that it implied. The commentator stated that the mud was beneficial to the animal; it protects it. Like mud baths healed people, she had heard one day. Men, women steeped into the mud, and enjoyed the contact with it, playing around like in water and hoped for the cure of their suffering body, as she could clearly see this in their eyes, their only mud-free body parts.
Her own mud saved only her house. It didn’t provide any cure for any emotional trauma.
For years it remained an offensive material. She never created any cookie shapes with it, and she neither built little toy chambers.
Only thing she remembered was that every Sunday during winters they descended from the house to St. Eleftherios wearing their old shoes and hand carried their clean ones to put them on right in front of the entrance, before entering the church to attend the liturgy or receive the Holy Communion. A process that occurred under the teasing gaze of other children, and especially of their cousins, who happened to live alongside the church.
Certainly she couldn’t forget the trip to Orestias with her uncle’s heavy truck that resulted in a disaster when, despite instructions to stay inside the vehicle, the two cousins descended from the truck, to have a little fun presumably, and her foot with a handmade brown shoe, the first one without strings, sank in the mud up to her knee, and quickly, as if it was envious, it was followed by her other foot.
The brown shoe without the shoestrings was never found. Maybe a prince would bring it later to her, but he too was lost in the mud of time.
An even more tragic mud event happened during Christmas Eve, when she was seven years old. It was only the previous year that she discovered the appeal of the tinfoil in cigarette boxes, when the glowing paper was turned into a magic wand and transformed walnuts, almonds and cans in the hands of her kindergarten teacher.
During a whole year she collected the tinfoils and she wrapped walnuts with, almonds, she created garlands. She kept mandarins for last. A silver treasure was hidden under her bed. With her little hands she wrapped, she pressed, she created transformations. She brought to life the tinfoils from everybody, not to mention the little jobs she willingly performed to elicit the cherished papers from her uncles, friends, relatives and customers of her grandmother's bakery.
As Christmas approached, her uncle from Cappadocia promised her a tree. He was outside all day long; he could bring just a branch to her easily. As he used to keep his promises, he brought her a wild cedar twig. It was as tall as she was. He put it in a truck-oil vessel and he anchored it with soil, and placed it in a small room, serving as the kitchen, the living room, right next to the stove, itself squeezed in the short space as well, like everything else.
She’s been decorating it for days with her handiworks. She even built golden tangerines; she covered the box with a white knitted undershirt, she made candles, dissecting them from those of the Resurrection, and she stared at it feeling proud. She also left a canvas pack of her own manufacture, something like a wrapped baby, next to the silver halo on top, implying it was the Divine Child in a makeshift crib. Her joy was such that she lost her speech, she ran home from school, added something, changed positions, and handcrafted something new.
Dad would turn on the lights on the Eve to welcome Christ, and perhaps others might leave something under the tree too.
Even her little brother Apostolos did not approach it although he could already crawl. Perhaps he was afraid of it, perhaps he awed it.
She admired it. She bended down and stood up, her long braids flew back and forth. She sacrificed even her ribbons for the beauty of the tree; two white bows stood bragging right and left. She looked proud as well. She wanted everyone to see it. She invited them all and they promised, “we shall be coming on the day itself.”
‘The day itself’ was not coming quickly enough, but it was getting close, and eventually the Eve arrived.
Rain that lasted several days had turned the garden into a swamp and the streets looked like plowed fields.
Nevertheless, she reiterated the familiar routine and just before nightfall she went to look for her father at the cafe.
She’s been waiting for him since lunchtime. She had already sung the carols, the market was about to close; they came back home with Apostolos in the pushcart, after they had exhausted the "go for a little walk and come back", but he didn’t come home yet, the windows in the neighborhood began to get lit and brighter.
Every once in a while she went to the door to see whether he was on his way home. The mandate was explicit: he was the one who would light the candles.
In the darkness, through the rain she’s been trying to recognize his figure. One moment her gaze plunged into the darkness, another she turned towards the tree. Her brother had fallen asleep on the couch, sucking his finger. Her mother walked around the pots while muttering, or it seemed so. Herself claimed it was chanting. To her though it sounded like murmuring and so it stayed. Getting increasingly tired, she remained longer on the couch, and stood less at the window, until her eyes felt heavier.
Before the instruction "it’s bedtime" was given, she made the big decision. With or without him, she’d shed light to the tree that she created with such effort and patience.
She grasps the matches from beside the gaz-cooker, and benefiting from the absence of her mother in another room, presumably the bedroom, she begins to light the candles.
First candle, second, third, and then a flash, like wonder, wrapped the tree that started to burn and sizzle, as it had dried up completely during many days beside the stove. Along with this she started to scream. Her mother rushes in, dips the tree screaming at her and avenging her grumble, fatigue and the expectation of the prodigal, opens the door with her other hand and there goes the artwork, lying in the mud under the rain with the flames quickly receding. With tears in her eyes, muted tears, she looked at it and she mourned it half-burnt, dirty, and sad. From time to time a silver nut sent to her a short shimmering, like a kiss in the dark to stop the tears that were running like the rain. The gleaming was getting weaker. It was a hard toil even for nuts wrapped in tinfoil.
The mud, the mud had drowned it and destroyed its beauty, but it spared the house.
As for her, she was left at the door scared, trapped in her mother's voice, looking at the muddy tree, lost, just like her hopes.
She’s been blaming the mud ever since.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου