Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Η κυρία του πρωινού

Τους συναντούσε κάθε πρωί, στη στροφή του δρόμου, λίγο πριν κατηφορίσουν για τις δουλειές τους.
Η συνάντησή τους τυχαία. Σύμπτωση. Αυτοί στα είκοσι τους, αυτή στα πενήντα.
Νέο ζευγάρι, με λαχτάρα και όνειρα να ξεχειλίζουν στο πλησίασμά τους. Απόκλιση λεπτών η συνάντηση των τριών. Άλλοτε περίμενε αυτός, άλλοτε αυτή. Εκείνη σε απόσταση. Όταν αυτός ήταν στην αναμονή, τα χέρια στις τσέπες της μουτζουρωμένης φόρμας του,που ανάλογα με τον καιρό την κάλυπτε ή όχι με μπουφάν, απ’ αυτά που όλοι τους κάνουν να μοιάζουν με αεροπόρους, κοντοκομμένα μαλλιά. Το ένα χέρι το έβγαζε για να πιάσει το δικό της. Αυτή νεαρή, κοκέτα, με χάρη και νάζι, με ξέπλεκα, αλλά όχι ατημέλητα μακριά, μαύρα μαλλιά.
Της άρεζε το πρωινό φιλί τους. Αντάμωναν τα χείλη γρήγορα, αλλά όχι αδιάφορα, ενώ τα χέρια σαν φτερούγες έκλειναν το ένα το άλλο. Τιτιβίζοντας προχωρούσαν μπροστά της.
Δεκάλεπτη η καθημερινή τους συνοδοιπορία. Αυτοί μπροστά κι αυτή από πίσω. Μήνες κύλησαν. Σεπτέμβριο τους συνάντησε και βήμα βήμα για πέντε μήνες μοιράστηκαν όνειρα κι ελπίδες, βροχές και κρύο, λιακάδες κι αέρηδες.
Ζούσε μαζί τους τη χαρά και την ελπίδα. Αυτούς τους περίσσευε, η δική της είχε χαθεί.
Της άρεζε να εφευρίσκει τους διαλόγους τους, τα σχέδιά τους, τις υποσχέσεις, να κλέβει από τις διαβεβαιώσεις τους, να φαντασιώνεται τον πόθο των κορμιών τους, να απογοητεύεται με τα καβγαδάκια τους, να δίνει λύσεις στα θέλω τους. Τους ήθελε μαζί, αχώριστους, ευχή και όνειρο να αντικρίσουν την αιωνιότητα. Ήθελε να προλάβει τη φθορά του χρόνου, τη συνήθεια, τον δόλο, την παρεμβατικότητα των άλλων, την σύμβαση, τα άχρωμα βλέμματα, την προσποίηση, την κούραση. Ήθελε να τους πάει έτσι στο μέλλον. Να προλάβει τα ολισθήματα, τις συγκρούσεις, τις εκρήξεις. Μόνο την έκρηξη του πάθους τους να κρατήσει επιδίωκε. Να τους αγγίξει με το μαγικό ραβδί «μένω όπως είμαι». Άφθαρτο πλάνο ζωής. Ήθελε, αλλά η βεβαιότητα είναι άλλη και μάλιστα ότι είναι αυτή κι εκείνοι οι άλλοι. Μήπως κι αν ήταν οι άλλοι θα είχε και την δυνατότητα.
Στο κεντρικό σταυροδρόμι χώριζαν. Ανατολή και Δύση. Το κορίτσι στη Δύση, οι δυο τους προς Ανατολή. Πεταχτό φιλί οριοθετούσε τον καθημερινό αποχωρισμό αφήνοντας μια θλίψη ανεπαίσθητη να αιωρείται, αν και γρήγορα το κάθε μέρα έκανε το χρέος του και την καθάριζε.
Καθάριζε; Καθάριζε. Αυτό αδιάφορα απαντούσε, αλλά επίμονα δούλευε για το αντίθετο, και μονιμότητες δημιουργούσε.. Τάχυνε το βήμα και τον προσπερνούσε. Το ζευγάρι ακυρωνόταν προς το παρόν. Όπως και το ενδιαφέρον της.
Η μέρα κυλούσε. Κάπου κάπου η ομορφιά τους τρύπωνε στο χρονοδιάγραμμα της μέρας της. Τότε χαμογελούσε και οι συνομιλητές της αναρωτιόταν από πού ήρθε το φως.
Τι να εξηγήσεις; Στο θάνατο, την φθορά η ζωή και η φρεσκάδα της δόθηκε κι ας ήταν άλλων.
 Κάθε μέρα επικοινωνία σχεδίαζε και διάλογο κατάστρωνε. Επαναλάμβανε το «Καλημέρα» κι ερωτήσεις γι’ αυτούς.
Ίσως αύριο.
Μεθαύριο.
Γνωριστήκατε ; που είπατε;
Στο σχολείο, στη γειτονιά, στο διαδίκτυο, στο μπαρ. Ίσως στην παραλία. Σε εκδρομή. Α όχι, κάτι πιο υποσχόμενο. Να έχει διάρκεια, να έχει βάση. Ποια βάση τον έρωτα κρατάει; Αφελείς προσδιορισμοί, προβλέψεις κι ερωτήσεις.
Το παλικαράκι και το κορίτσι την μέρα τους ξεκινούν μαζί, λιακάδα στην ψυχή της και το νου της. Ανέμελα το αύριο αντικρίζουν. Ελπίδα σκορπίζουν για την ζωή, αυτή που τρέχει και πίσω σ’ αφήνει. Το πήρε απόφαση και δώρο θα τους έκανε.


Χρόνια περίμενε αυτόν που σε γεύμα θα την καλούσε με φως κεριών και κρύσταλλα, με κόκκινο υγρό που θα φλόγιζε τα μάτια και τα μάγουλα. Λευκά τραπεζομάντηλα θα απλώνονταν μπροστά τους σαν τα σεντόνια που τα κορμιά τους δέχονται. Μουσικές θα ’παιζαν όπως αυτές του έρωτά τους, μήνυμα στους άλλους, κέλυφος για αυτούς, λουλούδια παντού σαν τα πέταλα που σκορπίζει το σμίξιμό τους, κι όλα αυτά με την γεύση να κατασκευάζει τη χημεία των κορμιών.


Βρήκε το μαγαζί. Πέτρινο. Τα παράθυρά του όπως στα παραμύθια, μικρά τόσο που μετά βίας να διακρίνεις αν το γοβάκι της Σταχτοπούτας τελικά βρήκε το σωστό πόδι. Σερβιτόροι, πελάτες, πιάτα, ποτήρια γρήγορα περνούσαν μπροστά της όταν στους βραδινούς περιπάτους τους κοντοστεκόταν και φευγαλέες εικόνες αποθανάτιζε.
«Ναι, νεαρό ζευγάρι, με το επίθετό μου θα δεχθείτε. Ναι, γωνιακό. Μπροστά στο τζάκι, δίπλα στο παράθυρο. Κόκκινο, ναι, κόκκινο. Όλο το μενού. Πλουσιοπάροχα όλα, όπως ταιριάζει σ’ αυτούς. Δεν θέλω τσιγκουνιές. Θα με βρείτε…»
Την ημέρα την περίμενε. Την όρισε. Πριν από αυτούς πήγε. Στην γωνία στάθηκε. Κάθε λίγο αναζητούσε το φακελάκι στην τσάντα της. Δεξιά, αριστερά ανήσυχα κοιτούσε, 
ανυπομονούσε για την έκβαση. Ένα σκυλί προσπέρασε αργά. Περιπλανιόταν. Μάρτυρας της συνάντησης. Κι αν αρνιόταν; Αν θυμώνανε; Αν υπερήφανοι την προσφορά πρόσβαλαν; Αν «με τι δικαίωμα παρεμβαίνετε» της έλεγαν; Όχι. Αυτή καλή πρόθεση είχε. Ένα όνειρο να χαρίσει. Πού είναι το κακό; Δεν είναι το κόστος. Αυτό σίγουρα δεν είναι. Η πρόθεση και η απόφαση το δύσκολο.
Πρώτος έφτασε και τον είδε με ανεμώνες στο χέρι. Διστακτικά τις κρατούσες στο πλάι του σαν να ντρεπόταν . Πήγε να την προσπεράσει.
«Μην φεύγετε. Σταθείτε!», τον κάλεσε.
«Η κυρία του πρωινού είμαι».
"Το ξέρω."
« Θα ήθελα...»
"Τι;"
Αιώνας πέρασε να περιγράψει το όνειρο και μόνο οι διάπλατες κόρες των ματιών του της επιβεβαίωναν την πραγματικότητα. Αρνητικός, ενοχλημένος, απορημένος, επιφυλακτικός, αμήχανος, αναποφάσιστος, πάλευε με την προσφορά.
Να πιάσει το όνειρο;
Το αντάλλαγμα;
Φοβόταν.
Μα εκείνο έμοιαζε τόσο δελεαστικό, προκλητικό, υποσχόμενο. Τα συναισθήματά του πήγαν κι ήρθαν. Το ’πιασε, το άφησε. Ο χρόνος έμοιαζε πολύς. Δεν ήταν . Οι αποφάσεις μοιάζουν να διανύουν χιλιόμετρα χρόνου πριν βγουν στο φως. Αλλιώς μετράει τον χρόνο η απόφαση, η λύπη, η χαρά, η ζωή, το χρονόμετρο.
Την είδε στο βάθος του δρόμου να κατηφορίζει και ο αέρας του Φλεβάρη βόλτες να κάνει στα μαλλιά της. Την είδε στα βουρκωμένα μάτια της κυρίας του πρωινού, την είδε και ήταν τόσο κοντά στο όνειρο. Απόσταση αναπνοής.
Αυτός και η καλή του στο όνειρο. 


Τους είδε με τα πρόσωπα φλογισμένα, αντικριστά, χαλαρά τα σώματα, πουλιά τα χέρια, κι ο έρωτας να παίζει με τις φλόγες των κεριών.



English Translation
Title: The Lady of the Morning
Written by Maria Toloudi


They met every morning at the turn of the road, right before they descended the street on their way to work.
Their encounter was accidental. Just a coincidence. They were both in their twenties, she was in her fifties.
A young couple with desire and their dreams overflowing as they approached. It was a question of minutes that encounter of the three of them. Sometimes he was the one waiting, occasionally it was her. She remained at a distance. When it was him waiting, he kept his hands in the pockets of a grimy outfit, which, depending on the weather, he covered with a jacket of the type that makes them all look like aviators, and a short haircut. He pulled out one hand to hold hers. As for her, quite young, a coquette, with grace and mannerisms, with untied, but not sloppily long, dark hair.
She liked to watch their morning kiss. Their lips touched briefly, but not uncaringly, whereas their hands sheltered each other like bird wings. They strolled by twittering in front of her.
They paced together daily for about ten minutes. Them walking in front, and her, right behind them. Months went by. She first met them in September, and, step by step during five months, they shared dreams and hopes, rain and cold, sunshine and winds.
Together with them she experienced their joyfulness and hope. Theirs was abundant; hers had been lost forever.
She liked to guess their dialogues, their plans and promises, to steal the meaning of their mutual reassurances, to fantasize about the lust of their bodies, to be disappointed with their squabbles, to provide solutions to their needs and wants. She’d like them to be together, inseparable, a wish and a dream to gaze at eternity. She wanted to prevent the ravages of time, the routine, the deceit, the intermingling by others, the compromise, the colorless gaze, the pretentiousness, the fatigue. She sought to guide them like this into the future. To prevent slipperiness, conflicts, and outbursts. She only sought to maintain the gust of their passion. To touch them with the "stay as you are" magic wand. An indestructible life vision. She wanted to do that, but reality is different and the certainty was, her being on one side, and them on the other. Perhaps, if she was 'them' she would still have the possibility.
They used to separate at the central crossroad. East and West. The girl went west, them both towards the east. A short kiss demarcated their daily separation, leaving a feeble sadness hovering, though the ‘every day’ routine did its duty and wiped it away.
Wiped it? Yes, it did. It reacted indifferently, but it worked persistently towards the opposite, and created the perpetuity. She hurried up her step and passed him by. For now the couple went away. Just like her interest in them.
The day moved forward. Occasionally their beauty popped up in her work schedules of the day. She smiled then and her co-workers wondered where the shining in her face came from.
What could you explain? She had spent all her life and freshness to the fading and passing of others.
Everyday, she planned an interaction with them and she even thought of dialogues. She kept repeating "Good Morning" and soma questions to ask them.
Maybe tomorrow.
The day after tomorrow perhaps?
“You just met? Where exactly was that?”
At school, in the neighborhood, on the internet, at the bar. Maybe at the beach. On a daytrip. Oh no, something more promising. To be long-lasting, to have a basis. What kind of basis does make love last? These are naive resolutions, predictions, and questions.
The young lad and the girl started their day together, sunshine in their soul and mind. They were facing the ‘tomorrow’ casually. They scattered a hope for life that sprinted forward and left you behind. She made up her mind and decided to give them a present.


She’s been waiting for years for someone to invite her to dinner with candlelight and crystals, with a red fluid that inflamed the eyes and reddened the cheeks. White tablecloths would spread before them like the sheets that received their bodies. Tunes would sound like the music of their love, a message to others, a shelter for them, flowers everywhere with petals that their hugs scattered away, and all this with a taste that reproduced the chemistry of their bodies.


She found the shop. Stone-built. Its windows just like in fairy tales, so tiny small that you can hardly tell whether Cinderella’s shoe finally fitted her foot. Waiters, customers, dishes, saucers marched quickly in front of her during their evening walks, when she immortalized their short-lived images.
"Yes, a young couple, you will receive them under my name. Right... at a corner table. In front of the fireplace... by the window. Red, yes, red. The entire menu. Abundantly, as it suits them. I do not want any stinginess. You could find me ... "
She has been looking forward to the day itself. She arranged for it. She arrived before they came. She waited at the corner. Every now and then she sought the small envelope in her purse. She looked impatiently right and left, anxious about the outcome. A dog strolled by stepping slowly. It was just tramping. A witness of the encounter. What if they refused? What if they were disturbed? What if they rejected the proposal because of pride? If they uttered to her "with which authority do you interfere?". God no! Her intent was really good. She just had one dream to offer. Where is the wrong? It’s not about the expense. This is definitely not the case. The intent and decision were the hard part.
He arrived first and she saw him with anemones in his hand. He held them modestly by his side like he was shy about them. He attempted to walk past her.
"Don’t go away. Wait! " she told him.
"I am the lady of the morning."
"I know."
"I'd like…"
"What?"
She spent almost a century describing the dream, and only the wide pupils of his eyes confirmed to her the reality. Somewhat negative, annoyed, puzzled, wary, awkward, indecisive, he still struggled with the proposal.
To catch a dream?
How about any payback?
He was still hesitant.
But it seemed so inviting, challenging, so promising. His emotions went away and then returned. He picked it first... he then gave it back. The passing of time appeared so long. It wasn’t, however. Decisions seem to travel kilometers in time before they emerge into the light. Time is being measured in different ways by decision making, sorrow, joy, life itself, and a stopwatch.
He saw her at a distance descending the road, and the February breeze strolling between her tresses
. He saw her reflected in the teary eyes of the lady of the morning, he just saw her, and he was so very close to the dream. A short breath’s distance.
He and his beloved inside the dream.


She saw them with their fiery looks, facing each other, relaxed bodies, hands together like birds, and cupid to be teasing the candle flames.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου