Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 2ο

Βαθμοί 37°.
Παραλία γεμάτη ξαπλώστρες, η μια δίπλα στην άλλη, αντιηλιακά που μπερδεύονται και σε ζαλίζουν. Παρέες μεγάλες και χαλαρές, τσάντες, πετσέτες ακριβές και του telemarket, η δε φθήνεια του Jumbo βοήθησε να γεμίσει η άμμος κουβαδάκια και πλαστικά παιχνίδια, φτιαράκια, τσουγκράνες και άλλα.
Νεαροί μπαμπάδες, μετ’ απροθυμίας σηκώνονται, βρέχουν το κορμί τους, κακοήθης φίλος λέει «ανακουφίζονται», ρίχνουν ένα βλέμμα στο μικρό και ξαναπέφτουν στην ξαπλώστρα.
«Παναγιώτη, σου είπα συμμορφώσου. Λίτσα, θα βραχεί πάλι και με την άμμο στα πόδια, σας βλέπω νά ‘ρχεστε ποδαράτοι».
«Αλέξανδρε, βγες τώρα!»
«Έλα αγάπη μου, να σε βάλει η μαμά κρεμούλα. Ρε Γιάννη, παράγγειλε ένα φραπεδάκι να στανιάρω. Ε, ναι, χωρίς ζάχαρη. Πότε έβαλα; Μόλις εχθές δύο κουταλιές;! Υπερβολές!»
«Κορίτσια, που να σας τα λέω, εχθές χαμός στο Pico. Ήταν και η Αυγή. Η Αυγή του Μήτσου, καλέ. Με καινούριο look. Στης Αριάδνης, που αλλού; Ν’απορείς πως ‘βγαίνουν’. Πήγα κι εγώ, το πενηντάρικο δεν έφτασε. Μάπα το μαλλί. Άσε που ο Γιώργος ούτε το πρόσεξε. Του λέω, τα έβαψα!
-Μαύρα;
-Κόκκινα, καλέ.
-Τι;
-Τα μαλλιά.
-Α, είπα κι εγώ, απάντησε και γύρισε στο laptop. Κολλημένος.»
«Κουραστήκαμε φέτος, με τους παιδικούς, όλες τις ιώσεις περάσαμε. Μία ο ένας, μία ο άλλος. Από τις επτά στο πόδι. Ένα ταξιδάκι δεν θα με χαλούσε. Σαντορίνη, Μύκονος. Του το δήλωσα, του χρόνου δεν έχει. Μια Μύκονο, θα τη ‘χτυπήσουμε’. Πέντε χρόνια γάμος και δύο δεσμό, μία επταετία δηλαδή δεν κουνηθήκαμε. Τρέξιμο και κούραση. Πλύσιμο, σιδέρωμα, μαγείρεμα, εμβόλια… έλεος! Γερά να είναι τα χρυσά μου, ζωηρά, «κακομαθημένα» λέει ο Γιώργος.»
Άλλη λαλίστατη και χαμηλόφωνη...
«Ρε Κώστα, σήκω να δεις, γαμ..ο, που είναι τα παιδιά; Όλα από μένα τα περιμένεις;»
Ο Κώστας ξαπλωμένος, λαγοκοιμόταν και που και που απολάμβανε κανένα οφθαλμόλουτρο από τις διπλανές λιαζόμενες.
Παρόμοιοι διάλογοι διασταυρώνονταν και δημιουργούσαν σύγχρονη Βαβέλ. Με δυσκολία προσδιόριζες την πηγή, αφ’ ενός γιατί ήταν παρόμοιου περιεχομένου, αφ’ ετέρου ουδεμία διαφορά στην εκφορά των κοινότοπων εκφράσεων.
Έπρεπε να κρατώ τα προσχήματα και να παραμένω διακριτική.
Να συγκεντρωθώ στο περιοδικό… Για βιβλίο; Ούτε λόγος, δηλαδή αδύνατον!
Στην σκηνή εισέρχεται τρυφερή μανούλα. Πρώτα ακούσαμε την φωνή της να καλεί 17 φορές «Βαγγελάκη» το βλαστάρι της. Ακολούθησε η παρουσία της δίπλα στο κύμα. Θαυμάσαμε εγώ και κυρίως οι πέριξ αρσενικοί τηn κορμάρα της, ενώ αυτή αδιάφορα διαπραγματευόταν την έξοδο του παιδοβούβαλου Βαγγελάκη από το νερό. Παράλληλα συνομιλούσε με κάποια «χρυσή» της στο κινητό, έναν άλλο «μάτια μου» και στην συνέχεια «σου είπα, είμαι με το παιδί στην θάλασσα».
Η αντοχή αγγίζει τα όρια της! Παρηγοριά;
Είναι ένα συνηθισμένο Σάββατο του Ιουλίου, σε μία  συνηθισμένη Ελληνική παραλία, κατακλυσμένη από τους ‘τεμπέληδες της έφορης κοιλάδας’, ‘απελπισμένους’ λόγω κρίσης, προσαρμοσμένους στις επιταγές της κολυμβητικής μόδας, με μπόλικα αναψυκτικά, φραπέδες, φρουτοσαλάτες, μπύρες, αναρίθμητα πλαστικά μπουκάλια νερού, γυαλισμένα κορμιά απο λάδια ταχέους μαυρίσματος, μικρά παιδιά πασαλειμμένα μ’ ένα πράμα που θυμίζει την ‘άγρια’ φυλή των Φουλάνι, υστερικές κραυγές ενηλίκων και κακομαθημένων γόνων.
Οι εξαιρέσεις, σπανιότατες αλλά ευπρόσδεκτες, ποιούν το αυτονόητο. Χαμηλοί τόνοι, καταμερισμός των ρόλων ανάμεσα στους γονείς, χαμογελαστά πρόσωπα.
Η συνεχής επανάληψη φράσεων και κινήσεων προκαλεί αρχικά εκνευρισμό που σύντομα, λόγω αδυναμίας αντίδρασης, μετατρέπεται σε παραίτηση, νύστα. Ο ύπνος πάντα θεραπεύει.
Θα είχα κι εγώ κοιμηθεί αν στην σκηνή δεν προστίθετο, εκτός της  μαμάς του Βαγγελάκη, μία άλλη μαμά με τον άνδρα και τις φίλες της. Δεν πρόσεξα πότε ήρθαν, που κάθισαν και πότε αποφάσισαν να βραχούν. Ηταν σκούρες έως σοκολατένιες.
Η μία εξ αυτών, με τόνο προστακτικό, απηύθυνε τον λόγο στη Δανάη. Μια Δανάη, ίδια μικρή Λουλού μετά από πολυήμερες διακοπές, δηλαδή μαυρισμένη ως η μαμά της.
-Βγες έξω, τώρα, είπα!
-Καλά...
-ΒΓΕΣ ΕΞΩ, ΤΩΡΑ, ΕΙΠΑ!!!
Ο τόνος υψηλότερος και αυστηρότερος. Η Δανάη ατάραχη παρέμενε στο νερό.
-Βγες έξω ρε μαλακ…ένο, τώρα αμέσως! Μ’ έχεις γαμ..ει!!!
-Όχι! Ο μπαμπάς είπε να μείνω μέχρι να βγεί η Τάνια!
-Βγες έξω, πριν σε τσακίσω!
Με το «τσακίσω», ορμάει, αρπάζει την Δανάη από τα κοτσιδάκια, κρατώντας την ως λαγό και την πετάει στην ξαπλώστρα, βρίζοντας αυτη και ουρλιάζοντας η Δανάη. Πιτσιλάει τον Τάκη, εκείνος, ξαφνιασμένος και ενοχλημένος, ανασηκώνεται πάνω στην βελουτέ μαύρη πετσέτα, κρυμμένος πίσω από κατασκοπικά γυαλιά, απευθύνει ένα ‘τρυφερό’ «καλά, μα είσαι εντελώς μαλακ…ένη; Μ’ έκανες μούσκεμα, γαμ..ο!»
Η Δανάη συνεχίζει να ξεσηκώνει τον τόπο με το κλάμα της, εμείς κοιτάμε και ακούμε, ενώ η σοκολατένια ‘μαμά’ της απτόητη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, ταχτοποιώντας οπίσθια και στήθη στο μικροσκοπικό της μπικίνι, ξαναπέφτει στο νερό. Κολυμπώντας επί τόπου, συνεχίζει τον μονόλογο, τόσο δυνατά να ακούμε όλοι, το πόσο την έχουν γαμ..ει μπαμπάς και κόρη.
-Μπάφιασα!
Το ερώτημα παραμένει, ποιός;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου