Δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με documentaries ούτε έχω παρακολουθήσει τηλεοπτικά προγράμματα. Όμως είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον David Αttenborough σε διάφορα προγράμματα όπως το Life on Earth, το Planet Earth καθώς και το τελευταίο, Attenborough's Ark.Κυριακή 11 Μαΐου 2014
Attenborough's Ark
Δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με documentaries ούτε έχω παρακολουθήσει τηλεοπτικά προγράμματα. Όμως είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον David Αttenborough σε διάφορα προγράμματα όπως το Life on Earth, το Planet Earth καθώς και το τελευταίο, Attenborough's Ark.Πέμπτη 8 Μαΐου 2014
Συγκλίσεις. (Απρίλιος 2014 - Παρίσι)
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014
Ροδακινί βλαστάρι
Όλοι κάποιον ερχομό έχουν στο νου τους. Αυτή, τον δικό της. Στα βλαστάρια της θα προστεθεί ένα ακόμη. Ένα ροζ κλαδί ροδακινιάς με φόντο γαλανό, ξάστερο ουρανό. Θα ’ρθει να γλυκάνει τις ψυχές, να φέρει ελπίδα και χαμόγελο. Θ’ αρπάξει την ζωή από το χέρι και θα πει, «συνεχίζουμε».
Ψάχνοντας να βρει αμυγδαλιές, «ξάνθισαν», της είπαν. Βρέθηκε να οδηγεί σε χωματόδρομους αγροτικούς, δίπλα σε ελιές. Ήσυχο απόγευμα, με ξεχασμένους ανθρώπους εδώ κι εκεί, να μαζεύουν ραδίκια και ζοχούς για το σπίτι, αγριόχορτα για τα ζωντανά. Άλλοι, κάτω απ’ τις ελιές, έκαναν διάλειμμα. Κάπου-κάπου και κανένας σκύλος. Άλλος δεμένος σε αγρόκτημα, άλλος αδέσποτος. Στρουμπουλός ο πρώτος, σκελετωμένος ο δεύτερος, την περιεργαζόταν χωρίς να γαβγίζει.
«Μα τι κάνουν αυτό τον καιρό στις ελιές;» Πρώτη ερώτηση.
Δεύτερη: «Είναι αμυγδαλιά αυτή που βρήκες;»
Θα πήγαινε παρακάτω μήπως και γινόταν πιο εμφανές το είδος του δένδρου.
Τέτοιες ώρες είναι που νιώθει ξεκρέμαστη. Τέτοιες είναι οι ώρες που θυμώνει με τον εαυτό της. Δεν πρόσεχε. Εκείνος, ο πατέρας, έλεγε, έλεγε και εξηγούσε. Τότε ήταν αυτή που αφηνόταν στα δικά της ταξίδια του νου, στις δικές της σκέψεις. Είχε δικές της απορίες, προτεραιότητες. Ο κόσμος προχωρούσε κι αυτή έτρεχε να προλάβει, τα νέα, τις εξελίξεις, τον καινούργιο κόσμο που απλώνονταν μπροστά της.
Να την πάλι στον ίδιο δρόμο, χωρίς εκείνον.
Ο κόσμος μεγάλωσε, άλλαξε, αλλά είναι κάτι μέρη που μένουν τα ίδια. Ίδιοι μελαγχολικοί ορίζοντες, ίδιες μυρωδιές, ίδιοι μισογκρεμισμένοι φράχτες. Ούτε τα δένδρα ψήλωσαν! Μάλλον θα μίκραιναν.
Αυτή, μεγάλη πια σ’ ένα κόσμο μικρό, καλείται ν’ απαντήσει στην εγγονή της.
Να, θα την έχει εδώ πλάι, όπως εκείνη τότε ο μπαμπάς της, και θα της λέει, λέει, λέει...
Όμως… πανικός! Τίποτα δεν γνωρίζει πια γι αυτόν τον κόσμο. Ούτε καν ποια είναι η αμυγδαλιά.
Κι αν τη ρωτούσε; Κι αν ήθελε να μάθει; Αν την ένοιαζε ο άλλος ο κόσμος, ο έξω, ο μακρινός; Θα ‘βρισκαν εικόνες, θα ‘ψαχναν στο διαδίκτυο, θα ‘σκυβαν πάνω σε βιβλία. Θα ρωτούσαν.
Κι αν της έλεγε, «γιαγιά, μην ρωτάς, δεν μου αρέσει!»; Αυτής της αρέσει. Δεν το ‘χε τίποτα να σταματήσει και, φορώντας το διστακτικό της χαμόγελο, να ρωτήσει τους εργάτες:
- Με τι παιδεύεστε;
Απάντηση; Καμία. Μόνο απορημένα βλέμματα και μια αγωνία που στιγμιαία διέσχισε τα
πρόσωπα.
-Όκι γιουνάν.
Κατάλαβε, μουρμούρισε «ευχαριστώ» και βιαστικά μπήκε στ’ αυτοκίνητο.
Η απορία εκεί.
Η αγωνία για ποιο κόσμο θα μιλήσει στο παιδί, κι αυτή εκεί.
Τόση άχρηστη πληροφορία, κι αυτά τα απλά της γης τριγύρω, απόντα. Τι θα πείραζε αν μάθαινε κι αυτό;
Ε, πως, να μην ξέρεις ποιες ήταν οι πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν την ψήφο για τις
ομόφυλές τους; Να μην ξέρεις πότε έγινε η μάχη του Γρανικού; Πόσοι σκοτώθηκαν; Πως τον έλεγαν τον διάδοχο του Ιουστινιανού, κι αν ακόμη το ξέρεις, πότε γεννήθηκε… πότε πέθανε;
«Χρήσιμα, δε λέω, αλλά, να που εγώ κι η γη γίναμε δυο ξένοι», σκέφθηκε.
Τώρα που ένα νέο πλασματάκι θα ‘ρθει στην δική της οικογένεια, τώρα που αυτή θα πρέπει να του πει σαν μεγαλύτερη τα μυστικά της ζωής, τι θα ‘χε να του πει για την ομορφιά της γης; Τι είχε να του πει για τις ανάγκες αυτού του χώματος; Τι να του πει για το πως βλασταίνει, πως διψάει, πως σ’ αγαπάει;
Η νέα επικείμενη ζωή ξύπνησε μέσα της αρχέγονες ανάγκες, αυτές της επιστροφής στην φύση. Ο δικός της χρόνος τρέχει… έτρεχε. Δεν πρόλαβε ποτέ ν’ αγγίξει το περίγραμμα ενός πετάλου. Δεν αναρωτήθηκε για το ενοχλητικό άγγιγμα της τσουκνίδας.
Δεν προλάβαινε… και τσαλαπάτησε τα χαμομήλια.
Αν χάλασαν για πάντα, αν δεν ξαναβγούν, με τι θα συνομιλήσει το ροδακινί βλαστάρι τους; Τι απρόσεχτη! Τι βιασύνη για το τίποτα!
Άρχισε να στάζει ο ουρανός μαζί με την δύση. Σταγονίτσες ο πρώτος, ρόδινες ανταύγειες η δεύτερη. Οι φωτογραφίες θα της δώσουν τη πληροφορία της ομορφιάς της νέας άνοιξης. Θα καθησυχάσουν τις απορίες των μορφών της. Αυτές, τουλάχιστον, θα μπορέσει να τις δείξει. Σαν την μαγεία της εικονογράφησης βιβλίων βοτανικής και ανθέων. Χωρίς να το θέλει, πάλι απομακρύνεται από το άμεσο, το απτό. Προστρέχει στην κατατεθειμένη γνώση για τη νέα ζωή. Κι όμως, σκύβει και πιάνει το χώμα, το τρίβει ανάμεσα στα δάκτυλα, το αφήνει να πέσει. Φέρνει τα δάχτυλα στην μύτη. Θα το ‘βαζε στο στόμα, όπως τα μωρά όταν ανακαλύπτουν κάτι νέο, αν δεν άνηκε η κίνηση στις ‘απαγορευμένες’.
Το μύρισε. Μύρισε το χρόνο πάνω του, είδε τις οπλές των αλόγων που το πάτησαν, άκουσε τις ομιλίες των ανθρώπων που το περπάτησαν, μύρισε το αίμα που μάχες το πότισαν, ψίθυρους αγάπης από θεριστές, φωνές παιδιών που μαζί του κυλίστηκαν. Είδε τ’ απομεινάρια των σπόρων που έθρεψε και είπε, «Αυτό θα της δώσω! Θα τη καλέσω ν’ αποθέσει τις αισθήσεις της σ’αυτό το παλαιό χώμα, που κάθε άνοιξη αναγεννιέται και μαζί μ’ αυτό, κι η ίδια η ζωή!»
Θα της μίλαγε εκείνο τότε, με την αιώνια τη γνώση του.
Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014
Ένα άλλο φιλί
![]() |
| Ζωγραφική της Chihiro Iwasaki |
Ξαφνιάστηκα. Δεν είχα συνηθίσει τέτοιες οικειότητες. Κάνω πίσω, μου αρπάζει το πρόσωπο και μου δίνει δυο φιλιά. Μύριζε σχολείο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω την μυρωδιά, θέλησε να με φιλήσει και στο στόμα. Τραβήχτηκα. «Για να πάρει κραγιόν», είπε η νεαρή μαμά της, που μόλις μπήκε. Ένα κλαδάκι κι αυτή.
Γρήγορα, η καινούρια 'φίλη' μου γυρίζει την πλάτη, σκαρφαλώνει στην αγκαλιά μου κι αρχίζει χωρίς πρόλογο να με ξεναγεί στο βιβλίο της. Θέλει την προσοχή μου και, μόλις διαισθάνεται ότι τη χάνει, με το χεράκι της τραβάει το πρόσωπό μου στην κατεύθυνση του βιβλίου και τη δική της. Η αμεσότητα και φιλικότητά της με παραξένεψαν. Η αθωότητά της και της μαμάς της ακόμη περισσότερο.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, πρόσεξα ότι δεν γνώριζε τις λέξεις παρά μόνο τα σημεία που προφανώς συνοδευόταν στο σπίτι από κάποιο τραγουδάκι. Δυσκολευόμουν να τη καταλάβω. Θεώρησα ότι ήταν δικό μου το πρόβλημα.
Η απορία λύθηκε σχετικά γρήγορα. Η μαμά της, απαντώντας για την ηλικία της, μας είπε ότι επαναλαμβάνει την τάξη, είναι εφτά χρονών. Διακρίνω την θλίψη που διατρέχει τα μάτια της… ακολουθεί κενό…«λόγω του προβλήματος».
Τα μικρά χέρια με βερνίκι μοβ στα κοντοκομμένα νυχάκια της πηγαινοέρχονται με αγάπη πάνω στις εικόνες. Τους μιλάει, εξηγεί την απεικόνιση, ποιος έρχεται, που πάει, γιατί, τους αποχαιρετά, τους καλωσορίζει, γελάει, τους κλείνει την πόρτα, τους ταΐζει, τους μαλώνει, όλα αυτά σε μια δική της γλώσσα. Νηπιακή θα την έλεγες.
Το βιβλίο είναι φθαρμένο με γυρισμένες τις γωνίες. Μοιάζει να έχει πάει παντού, από τη κουζίνα στο κρεββάτι, στην Παιδική Χαρά. «Δεν το αποχωρίζεται», είπε η μαμά, συνεχίζοντας τα ψώνια αλλά άγρυπνα παρακολουθώντας το κορίτσι της.
Είναι φθαρμένο, ταλαιπωρημένο από τις πολλές φορές που πέρασε τα δάχτυλα πάνω από τις φωτογραφίες. Κάπου-κάπου γυρίζει, με μυρίζει, με φιλάει όπως με τις εικόνες. Μας απολαμβάνει με την αφή, με την εγγύτητα. Μια εγγύτητα που όλο και ξεμακραίνει από τη κάθε μέρα μας.
Σε ξαφνιάζει αυτό το δόσιμο. Μόλις πριν λίγο δεν είχαμε καν συναντηθεί και τώρα, σαν με την κίνηση της μπαγκέτας του μαέστρου, ξεκινήσαμε μία παράσταση, συντονιστήκαμε στο ρυθμό και τις κινήσεις της.
Μια νεράϊδα ανάλαφρη, που δεν σηκώνει αντιρρήσεις για το φιλί και άγγιγμα που γενναιόδωρα χαρίζει. Μια νεράϊδα που θέλει να μοιράζεται αυτό το λίγο που κατέχει, τη νοερή ευχαρίστηση που κρατάει από το μέρος του βιβλίου που αγαπάει.
-Άκου τι ωραία μουσική!
Στρέφει το κεφάλι της και με κοιτάζει να δει αν ακούω. Δεν θέλω να την απογοητεύσω και της γνέφω καταφατικά. Λάμπουν τα μάτια της από αυτό που ακούει; Από το παιχνίδι που με κάλεσε και καθόρισε να παίξουμε;
Δεν ξέρω.
Το βιβλίο δεν ήταν έργο τέχνης, κακοφτιαγμένο θα το έλεγα, όμως τι μοναδική ευχαρίστηση χάριζε στο νεραϊδοκόριτσο. Η μαγεία και γοητεία της φαντασίας, της φαντασίας που εμείς, χωρίς ‘το πρόβλημα’, απολέσαμε.
Τι γοητευτικό ν’ακούς μουσικές, να ταξιδεύεις στο χώρο και τον χρόνο, να είναι όπως τον θες, να μην σ᾽ ακουμπούν οι ασχήμιες, να στρογγυλεύεις τα αιχμηρά, να γελάς, να φτιάχνεις και την ερώτηση και την απάντηση, να μυρίζεις την άνοιξη στο καταχείμωνο, να υπερυψούσαι των εμποδίων, να κλείνεις πόρτες φανταστικές, ν’ ανοίγεις παράθυρα στο πέλαγος, να τρέχεις όταν φοβάσαι, να διώχνεις τους κακούς, να φέρνεις αγγέλους, να σ’ αγγίζει το φτερό τους, να σ’ανασηκώνουν φτερούγες αετού, να σου μιλούν χελιδόνια, να βάφεις μπλε τις παπαρούνες, να σκορπάς χρυσόσκονη, να στολίζεις με πετράδια τις αγάπες σου, να μουτζουρώνεις με ταπεινούς μαρκαδόρους ό,τι θες.
-Είναι ο μπαμπάς μου.
Δεν ρώτησα.
-Εσύ, έχεις μπαμπά;
-Έχει φύγει.
-Και ο δικός μου... τον κούρασα, ἐλεγε. Όχι εγώ... ‘το πρόβλημα’.
Γυρίζει με κοιτάει, συναντάει την λύπη και χαρίζοντας το πιο λαμπερό χαμόγελο με ελαφρά πονηριά στο μάτι, μου λέει:
-Δες εδώ, γύρισε! Θέλεις να σου φέρω και τον δικό σου;
Είχε αλλάξει σελίδα, ένας άνδρας μεγαλύτερος, χωρίς μουτζούρα μαρκαδόρου πάνω του, συνέχισε τη συμμετοχή στα εικονίδια του βιβλίου.
Η Αρετούλα, έτσι τη λέγανε, έπρεπε να φύγει. Πριν φύγει, ακουμπάει το κεφάλι της στην καρδιά μου, γυρνάει με κοιτάει, «άκου», μου λέει, «χτυπάει!».
Μοίρασε ξανά με την ίδια σειρά τα απρόσμενα φιλιά της και, χοροπηδώντας στις μύτες σαν νεράϊδα που ήταν, αποχώρισε από την σκηνή. Πήρε μαζί το βιβλίο, την ομορφιά του κόσμου της. Απόμεινα με το άγγιγμα των φιλιών της...
Τρίτη 4 Μαρτίου 2014
Το φιλί - (γράφτηκε το Μάρτιο 2001)
Δεν κατάλαβε τι την έφερε στο ύψος των χειλιών του. Το χέρι του, το αεράκι, ή η άνοιξη.
Δεν το κατάλαβε ούτε όταν τελείωσε κι έμεινε η γεύση των χειλιών του στα δικά της. Ένας σεισμός μέσα της και το βήμα μετέωρο.
Δεν κατάλαβε ούτε τις συνέπειες. Έμεινε αμήχανη να χειριστεί τις ορμές, το κορμί της, τα χείλη της και ούτε συζήτηση για τα μυαλό της. Αυτό είχε πλήρη σύγχυση.
Αναζήτησε την επανάληψη, αλλά ο φόβος της ματαίωσης φρένο στο όνειρο.
Συναντήθηκαν κι άλλες φορές με ένα κόσμο να παρελαύνει ανάμεσα τους και ένα πλέγμα μικροαστικής ηθικής να πνίγει την επιθυμία. Τυχαία φιλιά πίσω από πόρτες, σε διαδρόμους, δεν έδωσαν διέξοδο στους αρχέγονους χυμούς μιας άνοιξης που δεν έλεγε να φανεί.
Αναρωτήθηκε και έψαξε στο βλέμμα του, στο σκοτεινό παρελθόν της ιστορίας, στο αβέβαιο του μέλλοντος. Κάτι υπαινισσόταν γι αυτό ταινίες επιστημονικής φαντασίας.
Το αγνοούσαν.
Θα το αγνοήσουν. Θα υποκύψουν στους περιορισμούς που επιβάλλουν οι διάφοροι ιοί.
Εκείνο που με βεβαιότητα ήξερε ήταν ότι το σκηνοθετούσε με κάθε λεπτομέρεια χρόνια τώρα.
Το δικαιούταν ή όχι.
Το έκλεβε και το έπαιρνε…
Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014
Ο αναφερόμενος
Το ποτάμι κυλούσε άγρια, τα μαύρα νερά του αφρίζοντας στα εμπόδια. Διάφοροι ήχοι μαρτυρούσαν μέσα στη νύχτα την ύπαρξη κι άλλων ζωντανών. Αυτών που ζουν μέσα κι έξω απ’ το ποτάμι, στα δένδρα, στους θάμνους κάτω από την γέφυρα. Ο παραμικρός ήχος τα έσιαζε κι ανήσυχα κουνιόταν, άλλαζαν θέση, ανασκουμπόνωνταν, έπαιρναν θέση άμυνας, όπως ο Βλάσης και ο Μίλτος, τα δυο φανταράκια. Από την Νίσυρο ο Μιλτιάδης του Παρασκευά και της Ανθούλας, από το Αγρίνιο ο Βλάσης το καμάρι της Βασιλικής, χήρας Αθανασίου Τρούμπαλη.
«Οι ήχοι σε τρελαίνουν φίλε μου. Ένα βατράχι να αποφασίσει να κολυμπήσει και ο ήχος του νερού όταν δέχεται το μικρό σώμα του, στέλνει την ψυχή σου στην Κούλουρη.»
Το κρύο του Γενάρη και η υγρασία του Έβρου ξύλιασαν τα χέρια και τα πόδια των παλικαριών. Κάνεις βήματα επί τόπου, βηματίζεις μέχρι το όριο σου, αλλά σε εγκαταλείπουν οι δυνάμεις ενώ το όπλο σου αδυνατεί να διώξει τον φόβο. Δεν σου δίνει αέρα, σου θυμίζει το απευχόμενο. Οι δε διηγήσεις των πριν από σένα, οι τερατολογίες των σαδιστών, όλες έρχονται και σφίγγουν την ψυχή σου.
Το καθήκον.
Το καθήκον να προστατεύσεις την πατρίδα από τους εχθρούς, που θα διαβούν την γέφυρα, κάνει μεγάλη προσπάθεια να κατανικήσει τον φόβο, να σε κρατήσει ξύπνιο, ακμαίο το ηθικό, αταλάντευτη την προσήλωση στο καθήκον, γενναίο μαχητή.
Όλα αυτά, εσύ ο 22χρονος, που ακόμη η μάνα σουσουφέρνει το γάλα στο κρεββάτι, σε σταυρώνει, σε φιλάει στρώνοντας με τα δυό της χέρια τα σκεπάσματα πάνω σου.
Ο στρατός ωριμάζει τον νέο, τον κάνει άνδρα. Λένε…
Θα φανεί στο τέλος της θητείας. Προς το παρόν στα χέρια της μάνας και της δικής του Αφροδίτης παραμένει ο κάθε Βλάσης και Μίλτος.
Εξαίρεση κατά την διάρκεια της 18μηνης θητείας τα χέρια του λοχία όπου ανήκουν οι στρατευμένοι.
Κρύο και αναμονή, επαγρύπνηση, κι όμως τα καταφέρνουν οι τρυφερές σκέψεις, οι ερωτικές φαντασιώσεις, και τρυπώνουν, κάνοντας την νύχτα μακρύτερη αλλά και γλυκύτερη. Μια τέτοια νύχτα, μόλις γύρισαν από άδεια, νωπή έχοντας την γλύκα των φιλιών σε κορμιά και σε πρόσωπα, συνοδευόμενοι από μία ελαφρά μυρωδιά κανέλας από τα μελομακάρονα και λαχανιάς στα εσώρουχα - «πόσες φορές δεν είπα τη μάνα μ', μην σιδερώνεις ενώ μαγειρεύεις στην κουζίνα’, μυρίζω γιορτινό τραπέζι αντί για Axe» κάνουν σκοπιά, φοβούνται, ονειρεύονται, σαρώνουν το σκοτάδι, σπρώχνουν τον χρόνο. Περιμένουν το ξημέρωμα. Αυτοί, η γέφυρα και τα πέριξ αυτών.
Η γέφυρα, αυτό το περιφρούρητο έργο, στέκεται άδεια διεκπεραιώνοντας τον άχαρο ρόλο της, τα προσχήματα, την υποτιθέμενη ειρηνική συνύπαρξη και συμβίωση των λαών. Συμβολικός ρόλος. «Άραγε τι χρειάζεται να φρουρείς αυτό που ενώνει και δεν χωρίζει;»
Εκεί σ’ αυτή την άχαρη γέφυρα τούς είδαν να έρχονται, μαύρες σκιές. Σερνόταν. Το πρόδιδε ο ήχος των βημάτων τους. Μέσα στην νύχτα, λιγνές υποψίες ανθρώπων. Προχωρούσαν αργά, έλεγες θα σταματήσουν, τώρα σε λίγο. Έμοιαζε να μην έχουν δύναμη. Αυτή η αργή τους κίνηση καθήλωσαν για δευτερόλεπτα τους Βλάση και Μίλτο.
-Που πάνε οι μαλ…; Είναι με τα καλά τους; Θα πρέπει να πυροβολήσω!
-ΑΛΤ! ΣΤΟΠ! Τίποτα δεν καταλαβαίνουν!
Συνεχίζουν αργά μεν αλλά να κινούνται. Δηλαδή να σέρνονται σαν νά 'πρεπε να ολοκληρώσουν κάτι. Να βγάλουν εις πέρας την αποστολή. Ποιά αποστολή; Μπρός τους οι κάνες του βλάση και του Μίλτου. Το χέρι στην σκανδάλη τρέμει, αλλά σε ετοιμότητα.
-Αλτ! Πυροβολώ!
-Είσαι καλά;
-Έτσι πρέπει.
-Ρε, ανήμποροι άνθρωποι είναι δεν βλέπεις; Τι εχθρός; Είναι ήδη πεθαμένοι.
-ΑΛΤ! Σταματήστε, σας διατάζω! Πέστε κάτω!
Άρνηση...
Η απόσταση μηδενίστηκε, τα χέρια έμειναν στην σκανδάλη άπραγα, άπραγοι κι αυτοί στην παρουσία άλλων ψυχών.
Μπροστά τους σκελετωμένοι, εξουθεωμένοι, βρεγμένοι άνθρωποι. Το μόνο φως, τα τεράστια μάτια τους. Λάμπαν στο φως του φεγγαριού. Τα λευκά τους δόντια φώτιζαν ενώ ψέλλιζαν λέξεις ανάμεικτες από τις 'χίλιες' χώρες του ταξιδιού τους. Τρεμάμενοι σκελετοί. Θύματα ονείρων, υποσχέσεων εκμετάλευσης. Θύματα της ανθρώπινης θηριωδίας. Πένητες ονείρου.
-Yunan? Yunan, good man, not bad!
Με την αναποτελεσματικότητα στην επικοινωνία, κύλησαν λεπτά που έμοιαζαν χρόνος για όλους.
Στα πόδια του Βλάση σωριάζεται ένας από τους εφτά, τα χάνει ο Βλάσης, ωστόσου σκύβει απλώνει και με το αριστερό του παίρνει το μπουκάλι με νερό και του το δίνει. Παρ' όλη την αδυναμία το αρπάζει. Το ρούφηξε, δεν το ήπιε. Μέσα στην σιωπή της νύχτας άκουγες τον ήχο των γουλιών του. Σαν το παπά τον μετάλαβε ο Βλάσης. Έτσι ένιωσε. Πόνεσε η ψυχή του, αυτή που είχε πάει στην Κούλουρη και ξέχασε το καθήκον. Αυτά τα σώματα που τά ‘φαγε το περπάτημα, η πείνα, η κακουχία, το κρύο και οι κακοτράχαλοι δρόμοι, αυτοί οι πολεμιστές της μοίρας τους, αυτοί οι σκελετοί ζώντων ανθρώπων, τον έκαναν κομμάτια. Ποιόν να σταματήσει, από που την χώρα να προστατεύσει. Τι να πει σε ποιόν; Παρόλογοι καιροί, παράλογες κι αποφάσεις. Αποφάσεις κάτω από βία, απειλή, απληστεία. Νέοι απορημένοι στις άκρες των συνόρων. Δυνατοί και αδύναμοι. Η νύχτα καλύπτει τις διαφορές, το τι έχεις και έχω.Το φύγε συναντάει το έλα. Το Ξένιος Ζευς να υπάρξει απαιτεί.
-Συνάδελφε, κάτι να φάνε θα πεθάνουν οι άνθρωποι.
-Έχουμε;
-Φέρε τα μπισκότα, είπε και ξέχασε το λοχία υπηρεσίας.
Εκείνος, άγρυπνος φρουρός της πατρίδας, με τις ομιλίες και τον θόρυβο ξύπνησε και με βήμα ταχύ βρέθηκε στο συμβάν.
-Στρατιώτη Τρούμπαλη, απομακρύνσου από τον εχθρό. Γιατί τους πλησιάσες; Όφειλες να είσαι σε θέση άμυνας, να σημαδεύεις τους εχθρούς!
-Ποιους εχθρούς; Τους αποτέλειωσε η κακουχία, ανίκανοι είναι.
-Ανίκανοι; Κι αν σε αφόπλιζε ενώ έσκυβες; Κινδυνεύαμε όλοι! Τρελλάθηκες;
-Μήπως είσθε λίγο υπερβολικός; Αυτοί τα πόδια τους δεν μπορούν να πάρουν, θα πάρουν τα όπλα μας;
-Μην αυθαδιάζεις.
Τριάντα κιλά άνδρας, ένα σωρός κόκαλα, στα πόδια του Βλάση κείτονταν. Ο ήχος από δόντια που άλλα χτυπούσαν από το κρύο κι άλλα ροκάνιζαν τα 'σαν πέτρα από την πολυκαιρία και το κρύο' μπισκότα αύξαναν την ένταση.
-Δεν ξέρω, αύριο αναφερόμενος, είπε και πήγε μέσα.
Άφησε τους μάρτυρες και τους οπλίτες να τους φρουρούν, κάλεσε τους αρμόδιους.
Σύντομα τα παγωμένα σώματα ανακουφισμένα καλοδέχτηκαν την ζεστασιά της «κλούβας». Δεν τους ένοιαζε το τίμημα.
Το κορμί σε εξουσιάζει όταν το φέρεις στα όρια ζωής και θανάτου. Λυσσαλέες οι ανάγκες του το κατασπαράζουν και παραδίδεσαι αδιαπραγμάτευτα.
Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013
Διάφορες Πραγματικότητες - συνέχεια...
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013
Διάφορες πραγματικότητες… Ολιγαρκής.
Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013
O Φούρνος
Σάββατο πρωί στο φούρνο.
-Ένα πλάκας.
-Δυό κουλούρια.
-Όχι το μεσαίο, δεν μας αρέσει η κόρα.
-Με προζύμι.
-Ανάμεικτο.
-Καλημέρα, τα συνηθισμένα.
-Τα συγχαρητήρια κιόλας! Που πέρασε;
-ΤΕΙ Σερρών.
-Μπράβο. Όλα καλά, δουλειά να βρουν. Με τα πτυχία στα χέρια κάθονται. Να πάει με το καλό, νά τελειώσει. Τώρα θα δουλεύεις διπλά. Λεφτά; Με το τσουβάλι. 'Δωρεάν εκπαίδευση' σου λένε.
-Το ξέρω. Έχω κι άλλες δύο. Η μία τελείωσε κιόλας και η άλλη τώρα τελειώνει. Ναι, αυτή είναι η τρίτη. Δεν έχω καθήσει εδώ και οχτώ χρόνια. Ο φούρνος θέλει ώρες, ξενύχτι. Προχτές κοιμήθηκα στην τουαλέτα με τσιγάρο αναμμένο και καφέ στο χέρι. Καλά κι αν χυνώταν ο καφές, θα παίρναμε φωτιά απ' το τσιγάροόμως. Τα κορίτσια; Που να βοηθήσουν. Ψόφησαν στο διάβασμα, θέλουν να ξεσκάσουν και λίγο.
-Για όλα φταίει η δημοκρατία. Ούτε τα παιδιά μας δεν ορίζουμε. Που να φέρω εκείνα τα χρόνια αντίρρηση στο πάπα μου. Ο λόγος του διαταγή. Σήμερα η νεολαία κακόμαθε. Λούσα και διασκέδαση. Άνδρες, γυναίκες γίναν ένα. Ξενύχτια, μόδες, συνήθειες.
-Εσύ τρέχεις να προλάβεις τις επιθυμίες, μην και αρνούμενος να ικανοποιήσεις τα 'θέλω' του παιδιού σου αυτό 'κακοπερπατήσει' κι αναζητήσει τους κοθόρνους, τα ψηλοτάκουνα, αλλού.
-Άσε, τα βλέπω βράδυ που έρχονται σαν ψόφια στο ταξί να κουτσαίνουν. Ψόφια απ' την διασκέδαση. Με το που θα μπουν στο όχημα βγάζουν και τα παπούτσια. «Τα ποδαράκια μου», σου λένε. «Θα σακατευτούν μέσες και γόνατα», μου έλεγε πελάτης γιατρός. Τι το θες, κορίτσι μου, τόσο ύψος; Μια κούκλα είσαι και χωρίς αυτά, άσε που τα πλήρωσες μια κατοστάρα, το λιγότερο. Θα μου πεις, κάποιος μπαμπάς σαν και μένα τα πλήρωσε. Για τρακοσια μέτρα παίρνουν ταξί. Μα και τ’ αγόρια δεν πάνε παρακάτω. Το παντελόνι με το ζόρι στέκεται στον κ.λο τους!
-Αυτό δεν είναι τίποτα. Εγώ να δεις τι έπαθα. Έφερε η μεγάλη μου το αμόρε της, Άγγελο το λένε, να τον γνωρίσουμε. Μας λέει, «απο 'δώ ο Άγγελος». Σηκώνω τα μάτια, τι να δω; Μαλλί καρφάκι, άρωμα να λιγοθυμάς, ο γιακάς απ' το μπλουζάκι όρθιος. Κάνω να του τον κατεβάσω. Δεν θα το πρόσεξε από την ταραχή που θα μας συναντούσε, σκέφθηκα. «Όχι, αφήστε», μου λέει, «έτσι είναι η μόδα». Τι μόδα ρε φίλε; στα ρεύματα θα καθίσεις; «Να ‘ρθείτε αύριο για φαγητό», τους προτείνω. «Όχι», απαντούν. «Ο Άγγελος δεν μπορεί, έχει αισθητικό». «Ποιός έχει αισθητικό; Εσύ, και θά 'ρθει κι ο Άγγελος μαζί;» «Όχι καλέ, ο Άγγελος έχει, θα κάνει αποτρίχωση!» Μπρε, ούστ απο 'δώ! Ποιά αποτρίχωση, ρε; Κρίμα που είμαι πατέρας και δεν μπορώ να μιλήσω. Πάνε στην μάνα σου κορίτσι μου να σου πει δυό λόγια για μας τους άνδρες. Άκου 'αποτρίχωση'! Το λένε και δεν ιδρώνει η πέτσα τους, γαμ..ο.
«Έλα Άγγελε», του λέω, «στο φούρνο». Το χειρίσθηκα διπλωματικά, όχι δημοκρατικά. Έλα να βοηθήσεις στο φούρνο. Άνεργος, μαθηματικός σπούδασε ο Άγγελος. Γιατί να παίρνουμε ξένο άτομο; Έλα, και το πρωί, μετά απ' το ξεφούρνισμα, όταν θα σέρνεσαι απ' τη ζέστη, την ορθοστασία, κι από τη νύστα, να δούμε τότε ποιός θα 'χει όρεξη να πηγαίνει στην αισθητικό. Άκου αποτρίχωση! Τι άλλο θ’ ακούσουμε πάλι;
-Η δημοκρατία και η ελευθερία έχουν όρια και κανόνες. Εκτός από δικαιώματα έχουν και υποχρεώσεις. Εγώ έτσι έμαθα. Έτσι ξέρω.
-Ξεχάσαμε και την άλλη καλή λέξη: 'Υπομονή'.
Ετσι είπε ο ταξιτζής, πήρε τα ψωμιά και το ταξί και πήγε να παραδώσει τα πρώτα στην σύζυγο, το δεύτερο στον αντικαταστάτη του.
Ο φούρναρης άφησε την δροσιά του πωλητηρίου και μπήκε στο εργαστήριο, χωρίς κλιματιστικό, ‘αντενδείκνυται’ για την ζύμωση, ισχυρίζονται οι ειδικοί. «Υπομονή μέχρι να δροσίσει», λέω εγώ.
Φόρεσε τον σκούφο του, διόρθωσε τον γιακά της ρόμπας του, κάτι σκέφθηκε, μειδίασε κι άρχισε το ξεφούρνισμα.
Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013
Ο Σαρίκας, ο Κωστάκης.
Αύγουστος μεσημέρι, ουζάκι και καλή παρέα σημαίνει διακοπές, καταλαβαίνεις Ελλάδα. Αν είναι δε να βρεθείς δίπλα στο κύμα, ακόμη καλύτερα. Συνήθως όμως την ποιότητα την βρίσκεις χωρίς την θέα.
Ένα τέτοιο στέκι είναι κι ο Σαρίκας. Χαρίζει απόλαυση χειμώνα-καλοκαίρι σε μας, τους φιλοξενούμενους μας και τους επισκέπτες.
Από πατέρα σε γιό, σταθερή, αξεπέραστη, αναλοίωτη απ' το χρόνο ποιότητα. Μας φιλοξένησε και μας ευχαρίστησε αρχικά στον πεζόδρομο του Ταχυδρομείου και αργότερα στην Μιαούλη. Έχει ψυχή και όχι πολυτέλεια. Στέκι καθημερινό και προσιτό, χωρίς ακρίβεια. Τους χωράει όλους, μεγαλογιατρούς και δικηγόρους, φοιτητές, περαστικούς, εκδρομείς ΚΑΠΗ, ενώ πρόσφατα προστέθηκαν Ρώσοι, Βούλγαροι, Τούρκοι και κεντροευρωπαίοι.
Η φήμη του απλώνεται, κι ένα δείγμα της ήταν οι ποδηλάτες που συνάντησα την άνοιξη, από την Τουρκία. Ιδρωμένοι, σπασμένα αγγλικά, με ένα χαρτάκι στο χέρι, αναζητούσαν τον Σαρίκα. Αναζητούσαν αυτό που κάποιος, θέλοντας να μοιρασθεί την ευχαρίστηση που έλαβε κάποτε, τους τον πρότεινε.
Αυτή η ευχαρίστηση έφερε εμάς και τους άλλους, των διπλανών τραπεζιών, στο στέκι του εκείνο το Αυγουστιάτικο μεσημέρι. Βρεθήκαμε μαζί, μια οικογενειακή τριάδα εμείς, κάποιοι φωνάσκοντες νταήδες, περαστικοί για την Σαμοθράκη, εκλεπτυσμένες κυρίες, μεροκαματιάρηδες μετά το 8ωρο. Άλλοι να δροσιστούν, κάποιοι να ‘βρέξουν’ το λαρύγγι, να χαλαρώσουν, να αφήσουν χώρο για τα συναισθήματα, να ξεχάσουν, να χαρεί γεύση και ψυχή, να ενώσουν βλέμματα τσουγκρίζοντας, να ευχηθούν, να κατευοδώσουν, να αποχωρισθούν, να τιμήσουν τη καλή υγεία, να πιουν και να ξεχάσουν, να πνίξουν τον καημό. Χαιρόμασθε για την υγεία μας με την αισιοδοξία που μόνο το καλοκαίρι απλόχερα χαρίζει.
Τραπέζια αδειάζουν καθώς η ώρα κυλά, αλλά και ξαναγεμίζουν πάλι.
Οι παραγγελίες πάνε κι έρχονται, τα κινητά κουδουνίζουν, οι Έλληνες συνομιλούν εντόνως κι αδιάκριτα, επαναλαμβάνοντας την αδικία που έχουν υποστεί ως άτομα και ως έθνος. Άλλοι απολαμβάνουν την οικογενειακή συνεύρεση, αναπολούν παλαιότερες στιγμές. Κάποιοι διαπληκτίζονται, άλλοι φλερτάρουν. Όλοι όμως, πάνω από μία πιατέλα.
Αυτή η πιατέλα έκανε τον αφέντη της ‘γνωστό’, αλλά το ‘πλούσιος’ με ερωτηματικό. Μια πιατέλα γεμάτη από ταπεινά πεντανόστιμα θαλασσινά, γεμιστά καλαμαράκια, πατάτες φούρνου, σαλάτα σταθερής βάσης, όπου προστίθενται και αφαιρούνται λαχανικά κατά εποχή, συνοδευόμενα από αλκοόλ κατά βούληση. Η χρέωση κατά άτομο. Κάθε επιπλέον ποτηράκι, έξτρα χρέωση. Η τιμή ξεκίνησε από δραχμή, έγινε τώρα ευρώ και ταιριάζει τις τσέπες όλων. Το πρόσφατο διεθνές πελατολόγιο δεν επηρέασε τις τιμές.
Στη σκηνή εισήλθαν σχεδόν ταυτόχρονα δύο παρέες ξένων. Για λίγο τους περιεργασθήκαμε, αναπόφευκτο λόγω εγγύτητας.
Κάθησαν διστακτικά, αμήχανα, αμφιβάλοντας για την επιλογή τους. Οι διάλογοι που ακολούθησαν προσδιόρισαν την καταγωγή: Βούλγαροι και Ολλανδοί.
Η δυσκολία της παραγγελίας απέσπασε εκ νέου την προσοχή.
Πήγε-ήρθε ο Κωστάκης. Η έλλειψη κοινής γλώσσας και οι άλλες διατροφικές συνήθειες, η αιτία. Έτσι νομίσαμε. Γράφτηκε κάτι στο χάρτινο τραπεζομάντηλο, έδειξαν κάτι άλλο στα διπλανά τραπέζια, η παραγγελία τελικά έφτασε. Μία σαλάτα και μία μπύρα στους τρεις Ολλανδούς, μία σαλάτα με πατάτες φούρνου και δύο μπουκάλια Coca- Cola για τους τέσσερεις Βούλγαρους.
Οι πρώτοι, ένα ανδρόγυνο κι ο 15χρονος κανακάρης τους, λεπτοί, γυμνασμένοι, κατακόκκινοι απ' τον ήλιο, χρυσαφένια μαλλιά, λιγομίλητοι, περίμεναν. Αυτά που ‘φώναζαν’ ήταν οι ταμπελίτσες πάνω τους, στα μπλουζάκια, στα ρολόγια τους, στα παπούτσια. Gant, Lacoste, Henry Cotton, Tag Heuer, Nike. Έπαιζαν τα δάχτυλα πάνω στο τραπέζι τους, άντεχαν τα βλέμματά μας, κρυφοκοίταζαν τις ποικιλίες στα γύρω τραπέζια. Οι άλλοι, Βαλκάνιοι. Μία άλλη εκδοχή, σκουρόχρωμοι, αγύμναστοι, ανώνυμη ενδυμασία, πιο κινητικοί, εκφραστικοί συνομιλούσαν όπως όλες οι οικογένειες του Νότου δυνατά, επιμένοντας ο καθένας στην άποψη του.
Καταβροχθίζαμε τα καλούδια μας και δεχόμασταν τα βλέμματα των γειτόνων. Ένοχοι εμείς για τα 33 ευρώ της υπερφορτωμένης παραγγελίας μας τριών ατόμων, απορημένοι ίσως αυτοί για το υπέρογκο ποσό εν καιρώ Ελληνικής κρίσης.
Απορήσαμε κι εμείς. Όταν τα ούζα τέλειωσαν, η γεύση και το στομάχι ικανοποιήθηκαν, το σώμα απλώθηκε, το βλέμμα αφέθηκε, το μυαλό άδειασε και η διάθεση χαλάρωσε. Ξάφνιασμα προκάλεσε η πολυτέλεια και μάλιστα διπλή. Πρώτα πέρασαν οι Ολλανδοί με το όχημα τους, ολοκαίνουργια BMW 525, ύστερα οι Βούλγαροι με ένα υπερμεγέθες jeep.
Διπλανός θαμών σε ‘τσακίρ’ κέφι σχολίασε: «τι κρίμα, η βενζίνη δεν άφησε τα παιδιά κάτι να ‘τσιμπήσουν’. Μείναν άφραγκοι και νηστικοί.»
-Ας τους κέρναγες, ρε Σταμάτη!
-Να μην τους προσβάλω, φοβήθηκα.
-Εμένα μου λες; Λουκούμι θα τους έρχονταν.
-Εις υγείαν το κορόιδο, δηλαδή.
-Έτσι είναι ο Έλληνας! Κρίση-ξεκρίση, το τραπέζι του γεμάτο.
-Τι να την κάνεις την BMW ρε φίλε με άδειο στομάχι, αλλά να, με κάτι τέτοιους, φοβάμαι, ο Κωστάκης θα ‘σηκώσει μύτη’ και εμείς θ’αλλάξουμε στέκι.
Αλλάζουν και οι καιροί βέβαια...
Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013
Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 2ο
Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013
Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 1ο
Μπήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα στο νερό.
Νέοι, καλοφτιαγμένοι, ερωτευμένοι, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Είναι απ´ αυτούς που μπαίνουν στο νερό διστακτικά κι όχι κατακτητικά, με φόρα κι απλωτές.
Το κορίτσι χαϊδεύτηκε προσποιούμενη ότι «το νερό είναι κρύο». Δεν ήταν. Ίσως το χέρι του νεαρού που έτρεξε στην πλάτη και τους μηρούς της να ήταν το ζητούμενο. Πήρε με τις χούφτες του νερό και όπως κάνουμε με τα μωρά, έφερε με μικρές ποσότητες την δροσιά στο κορμί της. Βούτηξα και τους έχασα από τη θέα. Ο βυθός εξακολουθεί να είναι ελκυστικότερος των ανθρώπων, παρομοίων ίσως. Λίγο πριν βουτήξω έπιασε το αυτί μου την απορία της «αν υπάρχουν βράχια κάτω». Στη συνέχεια, όπως συνηθίζεται, θα σύγκρινε την παραλία με αυτή των νησιών που πρόσφατα επισκέφθηκαν, αν κρίνω από το μαύρισμά τους.
Η πόλη και οι παραλίες της ελκύουν λουομένους με χαμηλά εισοδήματα, οικογένειες κι αυτούς που κλείνουν ή ανοίγουν τις διακοπές τους στο σπίτι, ή με το «τι να κάνουμε, επιστροφή στην ρουτίνα», ή δεν «είχα άλλη επιλογή». Το τελευταίο αφορά φοιτητές, υπηρετούντες στα Σώματα ή Υπηρεσίες και τη συντροφιά τους. Έτσι έγινε συνήθεια η διαρκής σύγκριση με άλλες καλύτερες και προτιμητέες ακτές.
Θα ήταν μία από τις τόσες συναντήσεις, αν βγαίνοντας από το νερό, μετά από ώρα, δεν έβρισκα αυτήν, που κρύωνε, με το φωσφορούχο νύχι, την καπελαδούρα, το προκλητικό μπικίνι, τα γυαλιά "γκαούνα", να είναι πλάτη με πλάτη με το νεαρό και να μιλά μεγαλοφώνως στο τηλέφωνο με ένα Σάκη. Το παλληκάρι πίσω από τη πλάτη της έπληττε και σταδιακά έδειχνε όλο και περισσότερο ενοχλημένος από την αναμονή κι αυτά που εγώ, εκείνος κι όλη η παραλία ακούγαμε.
Όλοι καταλάβαμε ότι ήταν ο ‘πρώην’. Ένας ‘πρώην’ που ήθελε να αποβάλλει το ‘πρώην’ και να παραμείνει ‘νυν’. Λόγω έλλειψης απαραίτητης τεχνολογίας αγνοούσε το αρσενικό πλάσμα στο πλάι της, πιθανή αιτία ακύρωσης της επιμονής του.
Μάλλον ήταν επίμονος και κουτός γιατί δεν καταλάβαινε ότι δεν βαρέθηκε αυτόν, αλλά τους γονείς του, που την αποκαλούσαν μέγαιρα και καταστροφέα του παιδιού τους.
Δεν καταλάβαινε ότι οι γονείς της ήταν το παν γι αυτήν και δεν θα τους εγκατέλειπε.
Δεν καταλάβαινε ότι δεν θα επέτρεπε το γούστο της μαμάς του στο σπίτι της.
Βεβαίως οι γονείς της διάλεξαν τα έπιπλα, αφού τα πλήρωσαν.
Βεβαίως είχαν κλειδί του αυτοκινήτου και του διαμερίσματος αφού τ´αγόρασαν.
Δεν καταλάβαινε πόσο τον εκτιμούσε αλλά δεν της έκανε ‘κλικ’.
Ούτε το ‘κλικ’ καταλάβαινε, αφού δεν μπορούσε να το εξηγήσει αναλυτικά «με ένα κάρο κόσμο γύρω».
«Βεβαίως και θα συναντηθούμε να τα πούμε από κοντά, να σου εξηγήσω.»
Δεν ήθελε εξηγήσεις ο Σάκης, γιατί τις άκουσε επανειλημμένως. Όμως αυτή ήθελε να τις δώσει. Ήθελε να πει: «ναι, ο πατέρας σου μου είπε ότι σε καταστρέφω». Μόνο, που ούτε ο πατέρας του ούτε αυτός κατάλαβαν ότι το πτυχίο της το πήρε, «δουλειά, ναι, της βρήκε ένας φίλος του μπαμπά».
Δεν κατάλαβε ότι είναι εξαρτημένη από το χρήμα.
Δεν κατάλαβε σε τι δεν ήταν ικανός. «Απλό, απλούστατο, να συναντήσει τις ανάγκες της». Χωρίς το πτυχίο και τα λεφτά που ο πατέρας του δεν ήθελε να δώσει, το μέλλον τους ήταν και είναι αβέβαιο.
Ευτυχώς, για μας, θέλησε να κλείσει το τηλέφωνο μια και «ακούει όλος ο κόσμος, Σάκη».
Και πάλι θα ήταν μια συνάντηση από τις τόσες, αν κλείνοντας το τηλέφωνο, δεν ξεσπούσε σε ένα γέλιο από αυτά, τα ψεύτικα, του είδους «τα πήγα καλά» κι αν, προς έκπληξη όλων μας, δεν ορμούσε γελώντας όλο χάδια στον εν τω μεταξύ ανάσκελα ξαπλωμένο νεαρό, σε μια στάση ‘λίγο πριν την συνουσία’. Αυτός, φορώντας ένα πικρό χαμόγελο, εισέπραξε απρόθυμα τις περιπτύξεις.
Σύντομα η "γατούλα" αποτραβήχτηκε κι έπιασε το iPhone του να ξαναδεί το μήνυμα που της είχε γράψει ο απρόθυμος, ενώ αυτή συνομιλούσε με το Σάκη, αδιαφορώντας για κείνον και εμάς, τους ωτακουστές.
Μια στις τόσες δίνει λύση ο καιρός.
Συννέφιασε κι άρχισαν να τα μαζεύουν. Δεν ξέρω ακριβώς τι.











