Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Attenborough's Ark

Δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με documentaries ούτε έχω παρακολουθήσει τηλεοπτικά προγράμματα. Όμως είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον David Αttenborough σε διάφορα προγράμματα όπως το Life on Earth, το Planet Earth καθώς και το τελευταίο, Attenborough's Ark.

Δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στον άνθρωπο και στο βιογραφικό του, το έχουν κάνει άλλοι πολύ καλύτερα. Θα σταθώ μόνο σε μερικά σημεία. Είναι ο άνθρωπος που έφερε την τέχνη και την φύση στην τηλεόραση, για το BBC ο λόγος, όταν διεύθυνε το κανάλι. Αρνήθηκε υψηλότερη θέση προκειμένου να κάνει τις δικές του παραγωγές, παραγωγές που όχι μόνο τράβηξαν την προσοχή, ανέβασαν την τηλεθέαση, έκαναν γνωστό παγκοσμίως το κανάλι και τον ίδιο, αλλά προκάλεσαν και πολλές αντιδράσεις, θετικές και αρνητικές. Είναι γεγονός ότι υπηρέτησε 60 χρόνια το είδος που λάτρεψε, τον πλανήτη γη. Χρησιμοποίησε καινοτόμες τεχνικές για να καταγράψει με τον πιο συναρπαστικό τρόπο το θέμα του. Όταν για παράδειγμα γύριζε την ζωή των εντόμων, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά την τεχνική του time-lapse. Υπάρχουν φυτά και αράχνες που επίσης φέρνουν το όνομά του, όπως blakea attenboroughi, prethopalpus attenboroughi κα.

Θεωρείται από τους Βρετανούς ένας από τους εθνικούς τους θησαυρούς. Πρόσφατα, εξ ου κι η αφορμή να γράψω το κειμενάκι αυτό, του ζητήθηκε να συμπεριλάβει στην «κιβωτό» του τα δέκα έμβια που θα έσωζε, αν μπορούσε, από εξαφάνιση. Αυτό το επεισόδιο είδα και για ακόμη μία φορά, όχι μόνο τον θαύμασα, αλλά και τον ζήλεψα αφάνταστα.

Διάλεξε τα πιο σπάνια, τα πιο όμορφα, τα πλέον απειλούμενα όντα. Ανέδειξε τον κίνδυνο που διατρέχουν αυτά τα ίδια, καθώς και τις επιπτώσεις στο περιβάλλον της εξαφάνισης τους.

Επίσης ανέδειξε και τόνισε την αφοσίωση κάποιων ανθρώπων, επιστημόνων και μη, στην υπηρεσία προστασίας των εν λόγω όντων, τον αγώνα που δίνουν πολλές φορές με κίνδυνο της ζωής τους. Δουλεύουν νύχτα-μέρα ανώνυμα, αθόρυβα, χωρίς προβολή, κάτω από το νερό, σε ανήλιες σπηλιές, σε δάση για την διάσωση π.χ. ενός λιλιπούτειου βατράχου, μιας πεταλούδας, ενός σπάνιου πιθήκου, ενός πουλιού. Δεν θα τα ονομάσω όλα γιατί είναι μέρος του ενδιαφέροντος του προγράμματος σε περίπτωση που θελήσετε να το παρακολουθήσετε.

Η αγάπη του για τη φύση, οι γνώσεις του, η αγωνία του, η εξαιρετική παρουσίαση δεν σ' αφήνουν αδιάφορο. Είσαι μαγεμένος μ’αυτό που παρακολουθείς και παράλληλα αισθάνεσαι ένοχος για την αδιαφορία και άγνοια του κόσμου με τον οποίο συγκατοικείς τον πλανήτη Γη. Ο David Attenborough έχει μεγάλη αγωνία για το μέλλον του. Μια αγωνία που έμμεσα, δείχνοντας σου την ομορφιά του, σου ζητάει να πάρεις θέση, να σταματήσεις να μένεις αδιάφορος.

Σε μία πρόσφατη συνέντευξη είπε ότι το μέλλον της ζωής στη Γη εξαρτάται από το αν εμείς ενεργήσουμε, από την ικανότητά μας να δράσουμε: "The future of life on earth depends on our ability to take action. Many individuals are doing what they can, but real success can only come if there's a change in our societies, and our economics, and in our politics. I've been lucky in my lifetime to see some of the greatest spectacles that the natural world has to offer. Surely we have a responsibility to leave for future generations a planet that is healthy, inhabitable by all species." Πρέπει δηλαδή να αλλάξουν οι πολιτικές και οι οικονομίες μας αν θέλουμε να παραδώσουμε αυτόν τον πλανήτη στα παιδιά μας άθικτο για το μέλλον.

Η σύμπτωση της θέασης με την διεξαγωγή των ευρωεκλογών, η αφορμή για το προβληματισμό μου. Είναι μοναδική ευκαιρία, πριν ο καθένας από μας ψηφίσει, να σκεφθεί ποιος και ποια παράταξη θα εγγυηθούν την σωστή προσέγγιση στο περιβάλλον. Ποιος θα θελήσει σοβαρά να στρέψει την προσοχή μας στο θέμα και ποιος μοιράζεται τέτοιου είδους ανησυχίες. Πολλοί από μας συχνά καταναλωνόμαστε σε φιλοζωικές στάσεις που κυρίως προσθέτουν στην persona μας, αλλά μας λείπει η βούληση και η θέληση για ουσιαστική αντιμετώπιση του περιβάλλοντος. Συνήθως εξαντλείται το θέμα με αποσπασματικές και περιστασιακές αποφάσεις, για να έχουμε ήσυχη την συνείδηση μας. Δεν υπάρχει το πλαίσιο συλλογικών και συνδυασμένων δράσεων ευαισθητοποίησης του κοινού, ενημέρωσης, δημιουργίας περιβαλλοντικής συνείδησης. Σε ότι αφορά την ενεργειακή πολιτική, έχει δοθεί κάποια προτεραιότητα, περιορισμένη όμως, μια και χρήζει άμεσα η αντιμετώπισή της. Υπάρχει συνήθως αντίδραση γέλωτος αν τολμήσεις να μιλήσεις για απειλούμενα είδη χλωρίδας και πανίδας. Παρόμοια θεωρούνται ελάσσονος σημασίας ως θέμα. Δεν αναδεικνύεται η σπουδαιότητα τής συμμετοχής του κοινού στο ευρύτερο γεωφυσικό και οικονομικό περιβάλλον. Χρειάζεται εγρήγορση, φαντασία και το κυριότερο αγάπη για ότι άλλο ζει γύρω μας, είτε το γνωρίζουμε είτε το αγνοούμε. Χρειάζεται απαίτηση και βούληση για ένα πλανήτη με μέλλον.

Θα ξαναγυρίσω στον David Αttenborough. Παιδί ακόμη, του σύστησαν το βιβλίο του John Gould, εκείνου του εμπνευσμένου ανθρώπου που σχεδίαζε πουλιά χωρίς ποτέ να τα έχει δει ζωντανά: "Throughout his professional life Gould had a strong interest in hummingbirds. He accumulated a collection of 320 species, which he exhibited at the Great Exhibition of 1851. Despite his interest, Gould had never seen a live hummingbird. In May 1857 he travelled to the United States with his second son, Charles. He arrived in New York too early in the season to see hummingbirds in that city, but on 21 May 1857, in Bartram's Gardens in Philadelphia, he finally saw his first live one, a Ruby-throated Hummingbird."

Αν σε καλέσουν, παιδί ακόμη, να στρέψεις την προσοχή, να δεις γύρω σου, να μη δεις εγωιστικά μόνο τον εαυτό σου, αν το κάνουν με τρόπο ευφάνταστο και αισθητικά γοητευτικό, δεν μπορεί παρά να αναπτύξεις τη σωστή σχέση ζωής με το περιβάλλον. Αυτό έκανε και κάνει ακόμη, παρά τα 88 χρόνια του, ο David Αttenborough.

Μουσική, φωτογράφηση, μοντάζ, τεχνολογία για να δεις γύρω σου, να δεις το άλλο, το ταπεινό, το σπουδαίο, το άγνωστο, αυτό που είτε ο άνθρωπος, θελημένα ή μη, είτε η ίδια η φύση, αφάνισαν ή απειλούν να εξαφανίσουν. Ένα οπτικοακουστικό δημιούργημα που προκαλεί εξαιτίας της ομορφιάς του την συνείδηση σου.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Συγκλίσεις. (Απρίλιος 2014 - Παρίσι)

Την πρόσεξα στη στάση, σοκολατένια, μοσχοβολιστή.
Δεν ήταν αυτά που δεν επέτρεπαν να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Η μελαγχολία των ματιών της με το σφιγμένο στόμα της μου θύμιζε την άλλη σοκολατένια ύπαρξη της ζωής μου, τη Σασίλα.
«Χαίρομαι που επιτέλους αναγνωρίζεις λευκά χαρακτηριστικά σε άλλα χρώματα» η απάντηση στον εντοπισμό της ομοιότητας.
Αυτό που με γοητεύει αφάνταστα στις μεγάλες πόλεις είναι οι ομοιότητες. Μερικές φορές, έως και αγενώς, αφήνομαι σ’ αυτό το παιχνίδι. Την αναγνώριση μέρους των εικόνων μου επάνω σε άλλους.
Τους καθιστά οικείους, προσεγγίσιμους, συνταξιδιώτες, παρηγοριά, προβολή στο παρελθόν μου και, θα αναρωτιόμουν, στο μέλλον μου. Δεν υπάρχει απάντηση και ούτε την αναζήτησα.
Στα παιχνίδια αφήνεσαι με τις αισθήσεις σου. Αυτές που σου στραγγαλίζει η καθημερινότητα, η βία του χρόνου, οι θρησκείες, οι κατασκευασμένες ηθικές.
Σχεδόν δεν τολμάς να σηκώσεις τα μάτια στον άλλον, πόσο μάλλον να του πεις «μου επιτρέπετε να σας αγγίξω;  Θα κάνω ανέξοδο ταξίδι στις αγκαλιές της παιδικής μου ηλικίας».
Η κυρία δεν άντεξε το σαρωτικό βλέμμα μου και κατέβασε τα μάτια. Άθελα της εντατικοποίησε το συναίσθημα.
Η Σασίλα, όταν την στρίμωχνα με ερωτήσεις για τον μεγάλο της έρωτα, τον Παναγιωτάκη της, έτσι κι εκείνη κατέβαζε τα μάτια. Χανόταν στις αναμνήσεις και τις αναπαραγωγές του νου.
Τότε  ήταν που ήθελα να τρυπώσω κι εγώ εκεί. Να μοιρασθώ μαζί της το όνειρο.
Στις πολυπληθείς πόλεις, εκεί που η πανσπερμία των λαών είναι ρουτίνα, εκεί που η διαφορετικότητα είναι δεδομένη και όχι εξαίρεση, οι ομάδες γίνονται με βάση το όνειρο. Αυτοί που κινούνται στο όνειρο και οι άλλοι, οι γήινοι. Αυτοί που μιλούν την γλώσσα χωρίς χρόνο, την γλώσσα της μνήμης, των εύθραυστων στιγμών, την γλώσσα των τρυφερών αγγιγμάτων, την γλώσσα των αέρηδων. Μια γλώσσα που χάνεται στα πολύχρωμα κεφαλοδεσίματα, στα πολύχρωμα ρούχα, στα περίτεχνα χτενίσματα, στα ευφάνταστα στολίδια.
Μία τέτοια ήταν η σοκολατένια κυρία. Κοίταζε το ωρολογάκι της, δώρο αρραβώνα, σκέφθηκα.
Μου απάντησε στην γλώσσα των ονείρων ότι ο καλός της τής το πρόσφερε ως υπόσχεση αιώνιας αγάπης.
«Όπως κυλάει ο χρόνος, έτσι να πολλαπλασιάζεται η αγάπη μας» της είπε. Αυτό κοιτούσε όταν μετρούσε τις ώρες θηλασμού, μ’αυτό μετρούσε όταν οι χτύποι της καρδιάς του αραίωναν, αυτό κοίταξε και νόμισε ότι σταμάτησε καθώς τον αποχωρίσθηκε…
Δεν σταμάτησε. Συνέχισε με την θλίψη που κουβαλούσε μέχρι τη στάση του λεωφορείου 38. Μέτρησε τα εναπομείναντα λεπτά για την άφιξή του στο ρολογάκι της. Εμένα με απέφυγε. Έτσι νόμισα. Όταν γύρισα τα μάτια, ήταν εκείνη που άκουγε τη δική μου γλώσσα.   
Το δικό μου πλαστικό ρολογάκι δεν της έλεγε και πολλά.
Δεν επέτρεπε τις φλυαρίες της προσωπικής μου ζωής. Έκρυβα, ή νομίζω ότι κρύβω μυστικά.
Η κοινή μας θλίψη, ο δίαυλος επικοινωνίας. Η αγάπη που σμίλεψε τα κορμιά μας, φθόγγος μιας ακυρωμένης έκφρασης. Η βουή του δρόμου, η καινούργια αλήθεια. Εκεί που προσπαθεί να αρθρωθεί η γλώσσα του όνειρου. 
Παλεύει να μιλήσει, να νικήσει τα κύματα της αέναης κίνησης, της βιασύνης, της ταχύτητας, την σκληρότητα της επιβίωσης, την πίκρα της μοναξιάς.
Κι όμως εκεί, στα λεπτά της αναμονής, ανάμεσα στις διαμαρτυρίες του μωρού, η γλώσσα του «φαντάζομαι κι ερμηνεύω» αρθρώθηκε, και γέννησε τις ομοιότητες.
Καταργήθηκαν οι ήπειροι, οι γειτονιές, οι θεότητες και οι Θεοί, τα μίση και οι έχθρες, ο πλούτος και η φτώχεια, οι συνήθειες και οι τρόποι, και έμειναν οι ελπιδοφόρες αυγές, τα ονειροπόλα ηλιοβασιλέματα, η ομορφιά της γεύσης, το  ιαματικό άγγιγμα του πέταλου και της ροδαλής πατούσας του μωρού, ο  καρποφόρος πόνος της γέννας, το αβυσσαλέο ξέσχισμα του θανάτου, ο αδιαπραγμάτευτος φόβος της μοναχικής περπατησιάς, 
Εκεί, σ’αυτές της πορείες συναντιόνται ζευγάρια μάτια να αφηγηθούν απολεσθέντα όνειρα, λυτρωτικές χαρές.
Εκεί στα ανείπωτα νιώθεις συνεπιβάτης, όχι του λεωφορείου 38, αλλά σε μία διαδρομή που χρόνια η ανθρωπότητα διανύει μήπως και οι ψυχές συγκλίνουν. 

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ροδακινί βλαστάρι

Το φως άλλαξε, οι μυρωδιές επίσης. Οι καθημερινές εικόνες, ακόμη και στο αστικό τοπίο της διαμονής της, είναι έγχρωμες. Πρώτα οι τσιντόνιες, ύστερα τα οπωροφόρα που φύτευσε ο πατέρας στο πεζοδρόμιο, κάτι ασθενικά ζουμπουλάκια, όλα λένε «ναι, ήρθε η άνοιξη». Η ετήσια αναγέννηση των πάντων. Νοικοκυρεμένα χεράκια φροντίζουν κι ετοιμάζουν τα σπίτια για το Πάσχα. Ξεσηκώνονται στρωσίδια, ασπρίζονται ντουβάρια, μερεμετίζονται οι ζημιές από τις χειμωνιάτικες επιθέσεις.

Όλοι κάποιον ερχομό έχουν στο νου τους. Αυτή, τον δικό της. Στα βλαστάρια της θα προστεθεί ένα ακόμη. Ένα ροζ κλαδί ροδακινιάς με φόντο γαλανό, ξάστερο ουρανό. Θα ’ρθει να γλυκάνει τις ψυχές, να φέρει ελπίδα και χαμόγελο. Θ’ αρπάξει την ζωή από το χέρι και θα πει, «συνεχίζουμε».

Ψάχνοντας να βρει αμυγδαλιές, «ξάνθισαν», της είπαν. Βρέθηκε να οδηγεί σε χωματόδρομους αγροτικούς, δίπλα σε ελιές. Ήσυχο απόγευμα, με ξεχασμένους ανθρώπους εδώ κι εκεί, να μαζεύουν ραδίκια και ζοχούς για το σπίτι, αγριόχορτα για τα ζωντανά. Άλλοι, κάτω απ’ τις ελιές, έκαναν διάλειμμα. Κάπου-κάπου και κανένας σκύλος. Άλλος δεμένος σε αγρόκτημα, άλλος αδέσποτος. Στρουμπουλός ο πρώτος, σκελετωμένος ο δεύτερος, την περιεργαζόταν χωρίς να γαβγίζει.
«Μα τι κάνουν αυτό τον καιρό στις ελιές;» Πρώτη ερώτηση.
Δεύτερη: «Είναι αμυγδαλιά αυτή που βρήκες;»
Θα πήγαινε παρακάτω μήπως και γινόταν πιο εμφανές το είδος του δένδρου.
Τέτοιες ώρες είναι που νιώθει ξεκρέμαστη. Τέτοιες είναι οι ώρες που θυμώνει με τον εαυτό της. Δεν πρόσεχε. Εκείνος, ο πατέρας, έλεγε, έλεγε και εξηγούσε. Τότε ήταν αυτή που αφηνόταν στα δικά της ταξίδια του νου, στις δικές της σκέψεις. Είχε δικές της απορίες, προτεραιότητες. Ο κόσμος προχωρούσε κι αυτή έτρεχε να προλάβει, τα νέα, τις εξελίξεις, τον καινούργιο κόσμο που απλώνονταν μπροστά της.
Να την πάλι στον ίδιο δρόμο, χωρίς εκείνον.
Ο κόσμος μεγάλωσε, άλλαξε, αλλά είναι κάτι μέρη που μένουν τα ίδια. Ίδιοι μελαγχολικοί ορίζοντες, ίδιες μυρωδιές, ίδιοι μισογκρεμισμένοι φράχτες. Ούτε τα δένδρα ψήλωσαν! Μάλλον θα μίκραιναν.
Αυτή, μεγάλη πια σ’ ένα κόσμο μικρό, καλείται ν’ απαντήσει στην εγγονή της.
Να, θα την έχει εδώ πλάι, όπως εκείνη τότε ο μπαμπάς της, και θα της λέει, λέει, λέει...
Όμως… πανικός! Τίποτα δεν γνωρίζει πια γι αυτόν τον κόσμο. Ούτε καν ποια είναι η αμυγδαλιά.
Κι αν τη ρωτούσε; Κι αν ήθελε να μάθει; Αν την ένοιαζε ο άλλος ο κόσμος, ο έξω, ο μακρινός; Θα ‘βρισκαν εικόνες, θα ‘ψαχναν στο διαδίκτυο, θα ‘σκυβαν πάνω σε βιβλία. Θα ρωτούσαν.
Κι αν της έλεγε, «γιαγιά, μην ρωτάς, δεν μου αρέσει!»; Αυτής της αρέσει. Δεν το ‘χε τίποτα να σταματήσει και, φορώντας το διστακτικό της χαμόγελο, να ρωτήσει τους εργάτες:
- Με τι παιδεύεστε;
Απάντηση; Καμία. Μόνο απορημένα βλέμματα και μια αγωνία που στιγμιαία διέσχισε τα
πρόσωπα.
-Όκι γιουνάν.
Κατάλαβε, μουρμούρισε «ευχαριστώ» και βιαστικά μπήκε στ’ αυτοκίνητο.
Η απορία εκεί.
Η αγωνία για ποιο κόσμο θα μιλήσει στο παιδί, κι αυτή εκεί.
Τόση άχρηστη πληροφορία, κι αυτά τα απλά της γης τριγύρω, απόντα. Τι θα πείραζε αν μάθαινε κι αυτό;
Ε, πως, να μην ξέρεις ποιες ήταν οι πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν την ψήφο για τις
ομόφυλές τους; Να μην ξέρεις πότε έγινε η μάχη του Γρανικού; Πόσοι σκοτώθηκαν; Πως τον έλεγαν τον διάδοχο του Ιουστινιανού, κι αν ακόμη το ξέρεις, πότε γεννήθηκε… πότε πέθανε;
«Χρήσιμα, δε λέω, αλλά, να που εγώ κι η γη γίναμε δυο ξένοι», σκέφθηκε.
Τώρα που ένα νέο πλασματάκι θα ‘ρθει στην δική της οικογένεια, τώρα που αυτή θα πρέπει να του πει σαν μεγαλύτερη τα μυστικά της ζωής, τι θα ‘χε να του πει για την ομορφιά της γης; Τι είχε να του πει για τις ανάγκες αυτού του χώματος; Τι να του πει για το πως βλασταίνει, πως διψάει, πως σ’ αγαπάει;
Η νέα επικείμενη ζωή ξύπνησε μέσα της αρχέγονες ανάγκες, αυτές της επιστροφής στην φύση. Ο δικός της χρόνος τρέχει… έτρεχε. Δεν πρόλαβε ποτέ ν’ αγγίξει το περίγραμμα ενός πετάλου. Δεν αναρωτήθηκε για το ενοχλητικό άγγιγμα της τσουκνίδας.
Δεν προλάβαινε… και τσαλαπάτησε τα χαμομήλια.
Αν χάλασαν για πάντα, αν δεν ξαναβγούν, με τι θα συνομιλήσει το ροδακινί βλαστάρι τους; Τι απρόσεχτη! Τι βιασύνη για το τίποτα!

Άρχισε να στάζει ο ουρανός μαζί με την δύση. Σταγονίτσες ο πρώτος, ρόδινες ανταύγειες η δεύτερη. Οι φωτογραφίες θα της δώσουν τη πληροφορία της ομορφιάς της νέας άνοιξης. Θα καθησυχάσουν τις απορίες των μορφών της. Αυτές, τουλάχιστον, θα μπορέσει να τις δείξει. Σαν την μαγεία της εικονογράφησης βιβλίων βοτανικής και ανθέων. Χωρίς να το θέλει, πάλι απομακρύνεται από το άμεσο, το απτό. Προστρέχει στην κατατεθειμένη γνώση για τη νέα ζωή. Κι όμως, σκύβει και πιάνει το χώμα, το τρίβει ανάμεσα στα δάκτυλα, το αφήνει να πέσει. Φέρνει τα δάχτυλα στην μύτη. Θα το ‘βαζε στο στόμα, όπως τα μωρά όταν ανακαλύπτουν κάτι νέο, αν δεν άνηκε η κίνηση στις ‘απαγορευμένες’.
Το μύρισε. Μύρισε το χρόνο πάνω του, είδε τις οπλές των αλόγων που το πάτησαν, άκουσε τις ομιλίες των ανθρώπων που το περπάτησαν, μύρισε το αίμα που μάχες το πότισαν, ψίθυρους αγάπης από θεριστές, φωνές παιδιών που μαζί του κυλίστηκαν. Είδε τ’ απομεινάρια των σπόρων που έθρεψε και είπε, «Αυτό θα της δώσω! Θα τη καλέσω ν’ αποθέσει τις αισθήσεις της σ’αυτό το παλαιό χώμα, που κάθε άνοιξη αναγεννιέται και μαζί μ’ αυτό, κι η ίδια η ζωή!»
Θα της μίλαγε εκείνο τότε, με την αιώνια τη γνώση του.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Ένα άλλο φιλί

Ζωγραφική της Chihiro Iwasaki
Ξαφνιάστηκα. Μπήκε μέσα με φόρα. Tα σγουρά μαλλιά της τα είχε πιασμένα σε μία πρόχειρη αλογοουρά. Φορούσε αθλητική φόρμα, αθλητικά παπούτσια, αμάνικο μπουφάν παρά το τσουχτερό κρύο. Στο χέρι κρατούσε ένα παιδικό βιβλίο. Aποδείχτηκε αγγλόφωνο. Περπατούσε, μάλλον χόρευε, στις μύτες. Η μαμά της παρέμεινε έξω να διαλέγει φρούτα. Στριφογύρισε στο μαγαζί για λίγο, μύρισε τις φράουλες, χάιδεψε τον μαϊντανό και άνηθο, «το αγαπημένο της άρωμα», είπε, φίλησε την Μαρία και τον Χρήστο με απόλυτη φυσικότητα. Στους αποδέκτες των γρήγορων φιλιών προστέθηκα κι εγώ.
Ξαφνιάστηκα. Δεν είχα συνηθίσει τέτοιες οικειότητες. Κάνω πίσω, μου αρπάζει το πρόσωπο και μου δίνει δυο φιλιά. Μύριζε σχολείο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω την μυρωδιά, θέλησε να με φιλήσει και στο στόμα. Τραβήχτηκα. «Για να πάρει κραγιόν», είπε η νεαρή μαμά της, που μόλις μπήκε. Ένα κλαδάκι κι αυτή.
Γρήγορα, η καινούρια 'φίλη' μου γυρίζει την πλάτη, σκαρφαλώνει στην αγκαλιά μου κι αρχίζει χωρίς πρόλογο να με ξεναγεί στο βιβλίο της. Θέλει την προσοχή μου και, μόλις διαισθάνεται ότι τη χάνει, με το χεράκι της τραβάει το πρόσωπό μου στην κατεύθυνση του βιβλίου και τη δική της. Η αμεσότητα και φιλικότητά της με παραξένεψαν. Η αθωότητά της και της μαμάς της ακόμη περισσότερο.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, πρόσεξα ότι δεν γνώριζε τις λέξεις παρά μόνο τα σημεία που προφανώς συνοδευόταν στο σπίτι από κάποιο τραγουδάκι. Δυσκολευόμουν να τη καταλάβω. Θεώρησα ότι ήταν δικό μου το πρόβλημα.
Η απορία λύθηκε σχετικά γρήγορα. Η μαμά της, απαντώντας για την ηλικία της, μας είπε ότι επαναλαμβάνει την τάξη, είναι εφτά χρονών. Διακρίνω την θλίψη που διατρέχει τα μάτια της… ακολουθεί κενό…«λόγω του προβλήματος».
Τα μικρά χέρια με βερνίκι μοβ στα κοντοκομμένα νυχάκια της πηγαινοέρχονται με αγάπη πάνω στις εικόνες. Τους μιλάει, εξηγεί την απεικόνιση, ποιος έρχεται, που πάει, γιατί, τους αποχαιρετά, τους καλωσορίζει, γελάει, τους κλείνει την πόρτα, τους ταΐζει, τους μαλώνει, όλα αυτά σε μια δική της γλώσσα. Νηπιακή θα την έλεγες.
Το βιβλίο είναι φθαρμένο με γυρισμένες τις γωνίες. Μοιάζει να έχει πάει παντού, από τη κουζίνα στο κρεββάτι, στην Παιδική Χαρά. «Δεν το αποχωρίζεται», είπε η μαμά, συνεχίζοντας τα ψώνια αλλά άγρυπνα παρακολουθώντας το κορίτσι της.
Είναι φθαρμένο, ταλαιπωρημένο από τις πολλές φορές που πέρασε τα δάχτυλα πάνω από τις φωτογραφίες. Κάπου-κάπου γυρίζει, με μυρίζει, με φιλάει όπως με τις εικόνες. Μας απολαμβάνει με την αφή, με την εγγύτητα. Μια εγγύτητα που όλο και ξεμακραίνει από τη κάθε μέρα μας.
Σε ξαφνιάζει αυτό το δόσιμο. Μόλις πριν λίγο δεν είχαμε καν συναντηθεί και τώρα, σαν με την κίνηση της μπαγκέτας του μαέστρου, ξεκινήσαμε μία παράσταση, συντονιστήκαμε στο ρυθμό και τις κινήσεις της.
Μια νεράϊδα ανάλαφρη, που δεν σηκώνει αντιρρήσεις για το φιλί και άγγιγμα που γενναιόδωρα χαρίζει. Μια νεράϊδα που θέλει να μοιράζεται αυτό το λίγο που κατέχει, τη νοερή ευχαρίστηση που κρατάει από το μέρος του βιβλίου που αγαπάει.
-Άκου τι ωραία μουσική!
Στρέφει το κεφάλι της και με κοιτάζει να δει αν ακούω. Δεν θέλω να την απογοητεύσω και της γνέφω καταφατικά. Λάμπουν τα μάτια της από αυτό που ακούει; Από το παιχνίδι που με κάλεσε και καθόρισε να παίξουμε;
Δεν ξέρω.
Το βιβλίο δεν ήταν έργο τέχνης, κακοφτιαγμένο θα το έλεγα, όμως τι μοναδική ευχαρίστηση χάριζε στο νεραϊδοκόριτσο. Η μαγεία και γοητεία της φαντασίας, της φαντασίας που εμείς, χωρίς ‘το πρόβλημα’, απολέσαμε.
Τι γοητευτικό ν’ακούς μουσικές, να ταξιδεύεις στο χώρο και τον χρόνο, να είναι όπως τον θες, να μην σ᾽ ακουμπούν οι ασχήμιες, να στρογγυλεύεις τα αιχμηρά, να γελάς, να φτιάχνεις και την ερώτηση και την απάντηση, να μυρίζεις την άνοιξη στο καταχείμωνο, να υπερυψούσαι των εμποδίων, να κλείνεις πόρτες φανταστικές, ν’ ανοίγεις παράθυρα στο πέλαγος, να τρέχεις όταν φοβάσαι, να διώχνεις τους κακούς, να φέρνεις αγγέλους, να σ’ αγγίζει το φτερό τους, να σ’ανασηκώνουν φτερούγες αετού, να σου μιλούν χελιδόνια, να βάφεις μπλε τις παπαρούνες, να σκορπάς χρυσόσκονη, να στολίζεις με πετράδια τις αγάπες σου, να μουτζουρώνεις με ταπεινούς μαρκαδόρους ό,τι θες.
-Είναι ο μπαμπάς μου.
Δεν ρώτησα.
-Εσύ, έχεις μπαμπά;
-Έχει φύγει.
-Και ο δικός μου... τον κούρασα, ἐλεγε. Όχι εγώ... ‘το πρόβλημα’.
Γυρίζει με κοιτάει, συναντάει την λύπη και χαρίζοντας το πιο λαμπερό χαμόγελο με ελαφρά πονηριά στο μάτι, μου λέει:
-Δες εδώ, γύρισε! Θέλεις να σου φέρω και τον δικό σου;
Είχε αλλάξει σελίδα, ένας άνδρας μεγαλύτερος, χωρίς μουτζούρα μαρκαδόρου πάνω του, συνέχισε τη συμμετοχή στα εικονίδια του βιβλίου.
Η Αρετούλα, έτσι τη λέγανε, έπρεπε να φύγει. Πριν φύγει, ακουμπάει το κεφάλι της στην καρδιά μου, γυρνάει με κοιτάει, «άκου», μου λέει, «χτυπάει!».
Μοίρασε ξανά με την ίδια σειρά τα απρόσμενα φιλιά της και, χοροπηδώντας στις μύτες σαν νεράϊδα που ήταν, αποχώρισε από την σκηνή. Πήρε μαζί το βιβλίο, την ομορφιά του κόσμου της. Απόμεινα με το άγγιγμα των φιλιών της...


Ζωγραφική της Chihiro Iwasaki - The little mermaid

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Το φιλί - (γράφτηκε το Μάρτιο 2001)

Ένα αεράκι μπήκε φουριόζικο από το παράθυρο, σήκωσε δυο ξεχασμένα φύλλα και ήρθε και στάθηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε στα μαλλιά της. Της ψιθύρισε λόγια πονηρά βάφοντας κόκκινα τα μάγουλα κι αυξάνοντας τους χτύπους της καρδιάς.
Δεν κατάλαβε τι την έφερε στο ύψος των χειλιών του. Το χέρι του, το αεράκι, ή η άνοιξη.
Δεν το κατάλαβε ούτε όταν τελείωσε κι έμεινε η γεύση των χειλιών του στα δικά της. Ένας σεισμός μέσα της και το βήμα μετέωρο.
Δεν κατάλαβε ούτε τις συνέπειες. Έμεινε αμήχανη να χειριστεί τις ορμές, το κορμί της, τα χείλη της και ούτε συζήτηση για τα μυαλό της. Αυτό είχε πλήρη σύγχυση.
Αναζήτησε την επανάληψη, αλλά ο φόβος της ματαίωσης φρένο στο όνειρο.
Συναντήθηκαν κι άλλες φορές με ένα κόσμο να παρελαύνει ανάμεσα τους και ένα πλέγμα μικροαστικής ηθικής να πνίγει την επιθυμία. Τυχαία φιλιά πίσω από πόρτες, σε διαδρόμους, δεν έδωσαν διέξοδο στους αρχέγονους χυμούς μιας άνοιξης που δεν έλεγε να φανεί.
Αναρωτήθηκε και έψαξε στο  βλέμμα του, στο σκοτεινό παρελθόν της ιστορίας, στο αβέβαιο του μέλλοντος. Κάτι υπαινισσόταν γι αυτό ταινίες επιστημονικής φαντασίας.
Το αγνοούσαν.
Θα το αγνοήσουν. Θα υποκύψουν στους περιορισμούς που επιβάλλουν οι διάφοροι ιοί.
Εκείνο που με βεβαιότητα ήξερε ήταν ότι το σκηνοθετούσε με κάθε λεπτομέρεια χρόνια τώρα.
Το δικαιούταν ή όχι.
Το έκλεβε και το έπαιρνε…

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Ο αναφερόμενος

Η νύχτα τέλειωνε. Είναι η ώρα που πατάς και στην νύχτα και στην μέρα και τα μάτια, έχοντας συνηθίσει το σκοτάδι, ξεχωρίζουν καλύτερα. Δυο στρατιώτες, φανταράκια, για την μάνα τους και την γιαγιά τους, φιλούσαν σκοπιά. Παγωμένα, με τα G3Α3 στο χέρι.
Το ποτάμι κυλούσε άγρια, τα μαύρα νερά του αφρίζοντας στα εμπόδια. Διάφοροι ήχοι μαρτυρούσαν μέσα στη νύχτα την ύπαρξη κι άλλων ζωντανών. Αυτών που ζουν μέσα κι έξω απ’ το ποτάμι, στα δένδρα, στους θάμνους κάτω από την γέφυρα. Ο παραμικρός ήχος τα έσιαζε κι ανήσυχα κουνιόταν, άλλαζαν θέση, ανασκουμπόνωνταν, έπαιρναν θέση άμυνας, όπως ο Βλάσης και ο Μίλτος, τα δυο φανταράκια. Από την Νίσυρο ο Μιλτιάδης του Παρασκευά και της Ανθούλας, από το Αγρίνιο ο Βλάσης το καμάρι της Βασιλικής, χήρας Αθανασίου Τρούμπαλη.
«Οι ήχοι σε τρελαίνουν φίλε μου. Ένα βατράχι να αποφασίσει να κολυμπήσει και ο ήχος του νερού όταν δέχεται το μικρό σώμα του, στέλνει την ψυχή σου στην Κούλουρη.»
Το κρύο του Γενάρη και η υγρασία του Έβρου ξύλιασαν τα χέρια και τα πόδια των παλικαριών. Κάνεις βήματα επί τόπου, βηματίζεις μέχρι το όριο σου, αλλά σε εγκαταλείπουν οι δυνάμεις ενώ το όπλο σου αδυνατεί να διώξει τον φόβο. Δεν σου δίνει αέρα, σου θυμίζει το απευχόμενο. Οι δε διηγήσεις των πριν από σένα, οι τερατολογίες των σαδιστών, όλες έρχονται και σφίγγουν την ψυχή σου.
Το καθήκον.
Το καθήκον να προστατεύσεις την πατρίδα από τους εχθρούς, που θα διαβούν την γέφυρα, κάνει μεγάλη προσπάθεια να κατανικήσει τον φόβο, να σε κρατήσει ξύπνιο, ακμαίο το ηθικό, αταλάντευτη την προσήλωση στο καθήκον, γενναίο μαχητή.
Όλα αυτά, εσύ ο 22χρονος, που ακόμη η μάνα σουσουφέρνει το γάλα στο κρεββάτι, σε σταυρώνει, σε φιλάει στρώνοντας με τα δυό της χέρια τα σκεπάσματα πάνω σου.
Ο στρατός ωριμάζει τον νέο, τον κάνει άνδρα. Λένε…
Θα φανεί στο τέλος της θητείας. Προς το παρόν στα χέρια της μάνας και της δικής του Αφροδίτης παραμένει ο κάθε Βλάσης και Μίλτος.
Εξαίρεση κατά την διάρκεια της 18μηνης θητείας τα χέρια του λοχία όπου ανήκουν οι στρατευμένοι.
Κρύο και αναμονή, επαγρύπνηση, κι όμως τα καταφέρνουν οι τρυφερές σκέψεις, οι ερωτικές φαντασιώσεις, και τρυπώνουν, κάνοντας την νύχτα μακρύτερη αλλά και γλυκύτερη. Μια τέτοια νύχτα, μόλις γύρισαν από άδεια, νωπή έχοντας την γλύκα των φιλιών σε κορμιά και σε πρόσωπα, συνοδευόμενοι από μία ελαφρά μυρωδιά κανέλας από τα μελομακάρονα και λαχανιάς στα εσώρουχα - «πόσες φορές δεν είπα τη μάνα μ', μην σιδερώνεις ενώ μαγειρεύεις στην κουζίνα’, μυρίζω γιορτινό τραπέζι αντί για Axe» κάνουν σκοπιά, φοβούνται, ονειρεύονται, σαρώνουν το σκοτάδι, σπρώχνουν τον χρόνο. Περιμένουν το ξημέρωμα. Αυτοί, η γέφυρα και τα πέριξ αυτών.

Η γέφυρα, αυτό το περιφρούρητο έργο, στέκεται άδεια διεκπεραιώνοντας τον άχαρο ρόλο της, τα προσχήματα, την υποτιθέμενη ειρηνική συνύπαρξη και συμβίωση των λαών. Συμβολικός ρόλος. «Άραγε τι χρειάζεται να φρουρείς αυτό που ενώνει και δεν χωρίζει;»
Εκεί σ’ αυτή την άχαρη γέφυρα τούς είδαν να έρχονται, μαύρες σκιές. Σερνόταν. Το πρόδιδε ο ήχος των βημάτων τους. Μέσα στην νύχτα, λιγνές υποψίες ανθρώπων. Προχωρούσαν αργά, έλεγες θα σταματήσουν, τώρα σε λίγο. Έμοιαζε να μην έχουν δύναμη. Αυτή η αργή τους κίνηση καθήλωσαν για δευτερόλεπτα τους Βλάση και Μίλτο.
-Που πάνε οι μαλ…; Είναι με τα καλά τους; Θα πρέπει να πυροβολήσω!
-ΑΛΤ! ΣΤΟΠ! Τίποτα δεν καταλαβαίνουν!
Συνεχίζουν αργά μεν αλλά να κινούνται. Δηλαδή να σέρνονται σαν νά 'πρεπε να ολοκληρώσουν κάτι. Να βγάλουν εις πέρας την αποστολή. Ποιά αποστολή; Μπρός τους οι κάνες του βλάση και του Μίλτου. Το χέρι στην σκανδάλη τρέμει, αλλά σε ετοιμότητα.
-Αλτ! Πυροβολώ!
-Είσαι καλά;
-Έτσι πρέπει.
-Ρε, ανήμποροι άνθρωποι είναι δεν βλέπεις; Τι εχθρός; Είναι ήδη πεθαμένοι.
-ΑΛΤ! Σταματήστε, σας διατάζω! Πέστε κάτω!
Άρνηση...
Η απόσταση μηδενίστηκε, τα χέρια έμειναν στην σκανδάλη άπραγα, άπραγοι κι αυτοί στην παρουσία άλλων ψυχών.
Μπροστά τους σκελετωμένοι, εξουθεωμένοι, βρεγμένοι άνθρωποι. Το μόνο φως, τα τεράστια μάτια τους. Λάμπαν στο φως του φεγγαριού. Τα λευκά τους δόντια φώτιζαν ενώ ψέλλιζαν λέξεις ανάμεικτες από τις 'χίλιες' χώρες του ταξιδιού τους. Τρεμάμενοι σκελετοί. Θύματα ονείρων, υποσχέσεων εκμετάλευσης. Θύματα της ανθρώπινης θηριωδίας. Πένητες ονείρου.
-Yunan? Yunan, good man, not bad!
Με την αναποτελεσματικότητα στην επικοινωνία, κύλησαν λεπτά που έμοιαζαν χρόνος για όλους.
Στα πόδια του Βλάση σωριάζεται ένας από τους εφτά, τα χάνει ο Βλάσης, ωστόσου σκύβει απλώνει και με το αριστερό του παίρνει το μπουκάλι με νερό και του το δίνει. Παρ' όλη την αδυναμία το αρπάζει. Το ρούφηξε, δεν το ήπιε. Μέσα στην σιωπή της νύχτας άκουγες τον ήχο των γουλιών του. Σαν το παπά τον μετάλαβε ο Βλάσης. Έτσι ένιωσε. Πόνεσε η ψυχή του, αυτή που είχε πάει στην Κούλουρη και ξέχασε το καθήκον. Αυτά τα σώματα που τά ‘φαγε το περπάτημα, η πείνα, η κακουχία, το κρύο και οι κακοτράχαλοι δρόμοι, αυτοί οι πολεμιστές της μοίρας τους, αυτοί οι σκελετοί ζώντων ανθρώπων, τον έκαναν κομμάτια. Ποιόν να σταματήσει, από που την χώρα να προστατεύσει. Τι να πει σε ποιόν; Παρόλογοι καιροί, παράλογες κι αποφάσεις. Αποφάσεις κάτω από βία, απειλή, απληστεία. Νέοι απορημένοι στις άκρες των συνόρων. Δυνατοί και αδύναμοι. Η νύχτα καλύπτει τις διαφορές, το τι έχεις και έχω.Το φύγε συναντάει το έλα. Το Ξένιος Ζευς να υπάρξει απαιτεί.
-Συνάδελφε, κάτι να φάνε θα πεθάνουν οι άνθρωποι.
-Έχουμε;
-Φέρε τα μπισκότα, είπε και ξέχασε το λοχία υπηρεσίας.
Εκείνος, άγρυπνος φρουρός της πατρίδας, με τις ομιλίες και τον θόρυβο ξύπνησε και με βήμα ταχύ βρέθηκε στο συμβάν.
-Στρατιώτη Τρούμπαλη, απομακρύνσου από τον εχθρό. Γιατί τους πλησιάσες; Όφειλες να είσαι σε θέση άμυνας, να σημαδεύεις τους εχθρούς!
-Ποιους εχθρούς; Τους αποτέλειωσε η κακουχία, ανίκανοι είναι.
-Ανίκανοι; Κι αν σε αφόπλιζε ενώ έσκυβες; Κινδυνεύαμε όλοι! Τρελλάθηκες;
-Μήπως είσθε λίγο υπερβολικός; Αυτοί τα πόδια τους δεν μπορούν να πάρουν, θα πάρουν τα όπλα μας;
-Μην αυθαδιάζεις.
Τριάντα κιλά άνδρας, ένα σωρός κόκαλα, στα πόδια του Βλάση κείτονταν. Ο ήχος από δόντια που άλλα χτυπούσαν από το κρύο κι άλλα ροκάνιζαν τα 'σαν πέτρα από την πολυκαιρία και το κρύο' μπισκότα αύξαναν την ένταση.
-Δεν ξέρω, αύριο αναφερόμενος, είπε και πήγε μέσα.
Άφησε τους μάρτυρες και τους οπλίτες να τους φρουρούν, κάλεσε τους αρμόδιους.
Σύντομα τα παγωμένα σώματα ανακουφισμένα καλοδέχτηκαν την ζεστασιά της «κλούβας». Δεν τους ένοιαζε το τίμημα.
Το κορμί σε εξουσιάζει όταν το φέρεις στα όρια ζωής και θανάτου. Λυσσαλέες οι ανάγκες του το κατασπαράζουν και παραδίδεσαι αδιαπραγμάτευτα.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Διάφορες Πραγματικότητες - συνέχεια...

Περιστατικό 9

Σχολείο της πόλης, μάθημα δημιουργικής απασχόλησης.
Μαύρα, ξανθά, καστανά κεφαλάκια. Λαμπερά μάτια, κόκκινα παρ όλο το κρύο μάγουλα, φωνές, κάπου-κάπου ξεχωρίζουν οι λέξεις, κουνιούνται, σπρώχνονται, γελούν, παλεύουν, τρέχουν, αρπάζουν, διαμαρτύρονται με την είσοδο μου, πάνε να βρουν την θέση τους, ή έτσι νόμιζα. Κάποιες θέσεις διεκδικούνται από πολλούς και πολλές.
Ηλικίες διάφορες, από πέντε έως οκτώ.
Η ομορφιά άφθονη. Εγώ αδυνατώ να συγκεντρωθώ σε ένα πρόσωπο, μια σειρά. Αεικίνητα πλάσματα κι η προσοχή μου ακολουθεί τον ρυθμό τους.
Χαρτιά και χρώματα απλώνονται και χεράκια κρινάτα, μαυριδερά, παχουλά κι αδύνατα απλώνονται και με ικανοποίηση αιχμαλωτίζουν κραγιόνια και χαρτόνια, ψαλίδια και κόλλες.
Ένα πλάσμα απ'αυτά τ’αγγελικά πλασμένα, με σουφρωμένα χειλάκια, υγρά μάτια, αδρανεί απρόθυμα στο καρεκλάκι.
Εκτιμώντας τη στάση διακριτικότητας τής προτείνω τα απαιτούμενα της δημιουργίας.
Εξακολουθεί να μην απλώνει το χέρι, να πληθαίνουν τα δάκρυα και να σφίγγει περισσότερο τα κερασένια χείλη.
- Δεν θα κάνεις κάρτα;
- Όχι
- Γιατί;
- Δεν μπορούμε να πληρώσουμε, είπε ο μπαμπάς.
- Μα δεν θα πληρώσεις, δεν θα πληρώσει κανένας. Είναι δικά μου, τα έφερα για να δημιουργήσουμε μαζί, να περιμένουμε τα Χριστούγεννα φτιάχνοντας τις δικές μας εικόνες.
- Κι αν, όταν τελειώσει το μάθημα, αν μου ζητήσεις τα λεφτά; Δεν θα έχω ούτε τότε.
Ποιος σου είπε, ψυχή μου, ότι για όλα πληρώνεις; Ποιος ράγισε την ευθραστότητά σου;
Ποιος σε όπλισε απέναντι μου; Ποιος έκλεψε την χαρά της προσφοράς; Ποιος
κλόνισε την εμπιστοσύνη σου πριν μάθεις τι σημαίνει η λέξη;
Αυτόν θέλω απέναντι σου, ν'αντικρίσει το πέπλο που κάλυψε την καθαρότητα του βλέμματός σου. Θα τ’ αντέξει;
Εγώ όχι.

Περιστατικό 10

Στην άκρη της αίθουσας αντράκι ξανθό άπραγο, με το ένα χέρι στηρίζει το σγουρόμαλλο κεφάλι του, ενώ το άλλο, το δεξί, αμήχανα απασχολείται στο θρανίο επάνω. Αδιάφορος για την δημιουργικότητα των άλλων, τα πειράγματα, τους διαπληκτισμούς. Τον παρατηρώ και δεν τον νοιάζει. Συναντάει το βλέμμα μου και αδιαφορεί. Έχει βαρύ φορτίο στις λιλιπούτειες πλάτες του για να θορυβηθεί με το βλέμμα. Παρέμεινε αδιάφορος κι αμέτοχος ακόμη κι όταν χτύπησε στις πεντέμισι η καμπάνα του εσπερινού κι όλα μαζί σταμάτησαν τα πάντα για να σταυροκοπηθούν. Σαν κουρντισμένα κουκλάκια.
Αυτός, σκοτεινιασμένος κι απαθής. Τίποτα δεν συγκρινόταν με το θέμα που τον απασχολούσε. Τίποτα δεν άξιζε την προσοχή του.
Η δική μου όμως απαίτησε να τον πλησιάσω, να τον δελεάσω με χρυσόσκονη και φανταχτερά φύλλα χαρτιού. Παρέμεινε αδιάφορος.
- Τι απασχολεί τον Κωνσταντίνο; ρώτησα, υποτιμώντας το φορτίο του, αγνοώντας τις αγωνίες της παιδικής ψυχής.
Ξερό, «τίποτα».
Επέμενα και ξαναρώτησα,
- Δεν θέλεις να το συζητήσουμε; Δεν θέλεις να το μοιρασθούμε;
Στο «εγώ που σε νοιάζομαι» ξέσπασε στα κλάματα.
- Είμαι πολύ λυπημένος και θυμωμένος. Σήμερα το πρωί ο μπαμπάς χτύπησε την μαμά μου.
- Δεν μπορεί! Θα παρεξήγησες, θα νόμιζες.
- Δεν είμαι χαζός, την χτύπησε.
- Αδύνατον.
- Κι όμως, την είδα που πήγε μέσα κι έκλαιγε.
- Ίσως έγινε λάθος, ίσως μόνο μάλωσαν, θα δεις όταν γυρίσεις, θα μιλήσεις με την μαμά.
- Είμαι σίγουρος! Τώρα στεναχωριέμαι, γιατί άμα γύρισε και τη δείρει ξανά ποιος θα την βοηθήσει; Η μαμά είπε να μείνω εδώ. Όμως, εγώ, άμα μεγαλώσω, θα τον δείρω. Θα του δώσω μια γροθιά κι ας είναι και μπαμπάς μου. Να μάθει.
Ιππότη μου γενναίε, πληγωμένο μου σπουργίτι, πως να αντιπαλεύσεις την βαρβαρότητα; Δεν είσαι καν ο Δαυίδ κι αυτός νομίζει πως είναι ο Γολιάθ. Άνισος αγώνας.
Στην βία είμαστε όλοι γυμνοί. Δεν φθάνει η αγάπη να καλύψει τις πληγές της αλλά ούτε και γίνεται σφεντόνα να την ακινητοποιήσει.

Περιστατικό 11

- Κλείστε τα μάτια και ζωγραφίστε κάτι που σας έκανε χαρούμενους.
- Γενέθλια;
- Δώρο;
- Κινητό;
- Playstation;
- Τον αγώνα του Παναθηναϊκού;
- Ό,τι θέλετε!
Πυρετωδώς η ομάδα επί του έργου.
Ανταλλάσσονται υλικά ψαλίδια κόλλες, μαρκαδόροι, κερομπογιές, υδροχρώματα.
Αποτυπώνεται η χαρά, σκέφθηκα.
Αμόλυντα μυαλά, αχάρακτες συνειδήσεις, αψεγάδιαστες οι φτερούγες της ελπίδας, απεγκλωβισμένα 'θέλω'. Πόσο γήινες οι απαιτήσεις; Θα φανεί.
Πρόθυμα, ακούραστα, τιτιβίζοντας, η ώρα κυλά.
Κλέβω εικόνες από δω κι από κει, μαντεύω περιεχόμενα, βάζω στοίχημα για το ποια θα είναι η έκπληξη. Πόσο ίδια, πόσο διαφορετικά τα σημάδια της χαράς;
Πότε η επιθυμία μας αλλάζει; Πότε η χαρά θέλει πολλά για να γεννηθεί; Που αφήσαμε την σαφή πηγή εκπόρευσης της;
Πού και πότε γίναμε περίπλοκοι;
Η κλεψύδρα άδειασε και οι καλλιτέχνες έκαναν πίσω για να δω τα έργα.
Χτυπούσαν οι καρδιές μας κι ακουγόταν. Τα μάτια γύρους κάναν να δουν, να συγκρίνουν, να ικανοποιηθούν.
Γέμισε η αίθουσα δώρα και χαρές. Ό,τι ευχήθηκαν κι ό,τι πήραν. Στολίστηκε η αίθουσα από τα πραγματοποιημένα όνειρα. Άλλα αναγνωρίσιμα κι άλλα την επεξήγηση του δημιουργού απαιτούν.
- Να, εδώ η οθόνη!
- Έτσι είναι το ποδήλατό μου, κόκκινο, με μικρές ρόδες.
- Είχε και την χιονάτη η τούρτα μου.
- Το καινούργιο αυτοκίνητό μας, θα το οδηγήσω, είπε ο μπαμπάς.
- Ο αδελφός μου! Το καλοκαίρι γεννήθηκε.
- Εσύ Πέτρο; Τι ζωγράφισες;
Στα χέρια μου κρατούσα ένα νέο πρόσωπο το μισό χυμένο σα λιωμένο παγωτό και το άλλο φιλοξενούσε ένα μισό χαμόγελο που κατά πάνω πήγαινε.
Ο τετράχρονος Bacon, με σοβαρό ύφος, εξηγούσε πως χάρηκε που ένας κακός άνθρωπος έγινε καλός, αλλά «δεν πρέπει να μας πει ποιος».
Μας φθάνει που έστω κι ένας το αποφάσισε. Μας φθάνει που εσύ το είδες. Μας φθάνει που η «προς Εικόνα Σου» πορεία κάποιου μακρινού η εκ του περιβάλλοντός σου σε χαροποίησε.
Να την η έκπληξη!
Κι εγώ που νόμιζα ότι ο κόσμος στερεύει...

Περιστατικό 12

Εχθές στο μανάβικο μπήκε μια τσιγγάνα απροσδιορίστου ηλικίας, μικροκαμωμένη, κοκαλιάρα, χωρίς δόντια, με περιδέραιο 'βασιλικό', παντόφλες καλοκαιρινές και ζιλεδάκι σιέλ. Η ίδια κατάμαυρη από απλυσιά, ή γενετική καταβολή. Στ' αυτιά αστράφτανε κρεμαστά σκουλαρίκια και φώτιζαν το πρόσωπο. Τα μάτια της λαμπερά, βλέμμα ζεστό, ταιριασμένο με χαμόγελο γλυκό.
Διαλέγει και παίρνει δυο κυδώνια, είναι χαρούμενη πολύ και λέει:
- Αχ τι ωραία που τα βρήκα, μέρες τα έψαχνα. Τα ζήτησε η νύφη, περιμένει γκζάνι.
Βγάζει από την βράκα της πορτοφολάκι και μετράει 40 λεπτά.
- Ακριβά, αλλά μπερεκέτι!

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Διάφορες πραγματικότητες… Ολιγαρκής.

Περιστατικό 8.

Μικρόσωμος με το μπαστούνι του μπήκε κατά τις 11 στο μανάβικο. Ζήτησε να του φέρουν ένα καρπούζι. Δύσκολα το φέρνεις απ´ έξω μέσα χωρίς σακούλα, ή που να στηριχτείς και να το βάλεις στη σακούλα, ή κάποια άλλη εκδοχή του «ζητάω να μου φέρουν ένα καλό καρπούζι απ´ έξω». Το ζύγισαν, το ‘βάλαν στη σακούλα και το άφησαν στον πάγκο.
-Πόσο ο παράς;
-Ένα ευρώ και είκοσι λεπτά.
Έβγαλε το πορτοφολάκι από την τσέπη, αφού πρώτα ακούμπησε το μπαστούνι στον πάγκο. Πήρε τα κέρματα και δίνοντας τα στην μανάβισσα είπε:
«Τι ψυχή έχουν ένα ευρώ και είκοσι λεπτά μπρος στον κόπο; Τους βαρέθηκα στο καφενείο. Γκρίνια, γκρίνια! Αν δεν είσαι γεωργός δεν καταλαβαίνεις. Πόλεμο με τον καιρό κάνεις. Με το που ξημερώνει τρέχεις έξω να δεις με ποιά γυναίκα κοιμήθηκε. Μια μάχη που κρατά από σοδειά σε σοδειά και φτου απ’ την αρχή. Τώρα έχει και φάρμακα και δελτία καιρού, για τον αγρότη ειδικά. Αλλά μέχρι το τέλος σε τρώει η αγωνία. Το παίρνεις ένα μικρό σποράκι, το κάνεις φυντανάκι, το φροντίζεις, το ποτίζεις, παρακολουθείς τον καιρό, το περιμένεις, το κάνεις κεφαλάκι μικρού παιδιού. Πας γεμάτος χαρά στην κυρά σου και καυχιέσαι. «Καλά θα πάμε φέτος.» Γέμισε το μποστάνι κεφαλάκια πράσινα. Πιάνει ένα χαλάζι, πάνε όλα κατα διαόλου λίγο πριν το τέλος. Λίγο πριν την γλύκα. Χάθηκαν όλα! Τι να πει αυτός ο αγρότης;
Ο άλλος το χαβά του. Πρωί απόγευμα η ίδια κασέτα. Βουλιάζουμε, θα πεινάσουμε. Τόσο το χαράτσι, τόσο η ΔΕΗ. Σταματούν για λίγο να χαζέψουν τις περαστικές, τις μισόγυμνες, τις ελαφρόμυαλες δηλαδή αντί να πουν, τι είχαμε, τι χάσαμε; Σάρκα στα χέρια μας, ευχαρίστηση στην ψυχή μας, μείναμε να ξερογλείφουμε και να γκρινιάζουμε για το χαράτσι με χίλια ευρώ σύνταξη. Ξεκούραστα λεφτά. Όλοι Ωνάσηδες να γίνουν και χωρίς κόπο. Γερνάς και πικραίνεσαι. Όλα σε φταίνε. Τα πονίδια, η μοναξιά, οι αλλαγές σταματημό δεν έχουν. Όλο πίσω κοιτάς τι έκανες, τι δεν έκανες. Σου φταίνε όλα και όλοι. Πες, άλλο σε πειράζει, ρε φίλε. Που κάποτε ήσουν καβαλάρης και τώρα ξεπέζεψες. Πες Δόξα τω Θεώ που ξημέρωσες και είπες καλημέρα! Τους βαρέθηκα!»
Στην ερώτηση πόση σύνταξη παίρνει, μου απαντά 479 ευρώ.
«Μου φτάνει και περισσεύει γι αυτό που μπορώ και μου επιτρέπεται.»

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

O Φούρνος


Σάββατο πρωί στο φούρνο.
-Ένα πλάκας.
-Δυό κουλούρια.
-Όχι το μεσαίο, δεν μας αρέσει η κόρα.
-Με προζύμι.
-Ανάμεικτο.
-Καλημέρα, τα συνηθισμένα.
-Τα συγχαρητήρια κιόλας! Που πέρασε;
-ΤΕΙ Σερρών.
-Μπράβο. Όλα καλά, δουλειά να βρουν. Με τα πτυχία στα χέρια κάθονται. Να πάει με το καλό, νά τελειώσει. Τώρα θα δουλεύεις διπλά. Λεφτά; Με το τσουβάλι. 'Δωρεάν εκπαίδευση' σου λένε.
-Το ξέρω. Έχω κι άλλες δύο. Η μία τελείωσε κιόλας και η άλλη τώρα τελειώνει. Ναι, αυτή είναι η τρίτη. Δεν έχω καθήσει εδώ και οχτώ χρόνια. Ο φούρνος θέλει ώρες, ξενύχτι. Προχτές κοιμήθηκα στην τουαλέτα με τσιγάρο αναμμένο και καφέ στο χέρι. Καλά κι αν χυνώταν ο καφές, θα παίρναμε φωτιά απ' το τσιγάροόμως. Τα κορίτσια; Που να βοηθήσουν. Ψόφησαν στο διάβασμα, θέλουν να ξεσκάσουν και λίγο.
-Για όλα φταίει η δημοκρατία. Ούτε τα παιδιά μας δεν ορίζουμε. Που να φέρω εκείνα τα χρόνια αντίρρηση στο πάπα μου. Ο λόγος του διαταγή. Σήμερα η νεολαία κακόμαθε. Λούσα και διασκέδαση. Άνδρες, γυναίκες γίναν ένα. Ξενύχτια, μόδες, συνήθειες.
-Εσύ τρέχεις να προλάβεις τις επιθυμίες, μην και αρνούμενος να ικανοποιήσεις τα 'θέλω' του παιδιού σου αυτό 'κακοπερπατήσει' κι αναζητήσει τους κοθόρνους, τα ψηλοτάκουνα, αλλού.
-Άσε, τα βλέπω βράδυ που έρχονται σαν ψόφια στο ταξί να κουτσαίνουν. Ψόφια απ' την διασκέδαση. Με το που θα μπουν στο όχημα βγάζουν και τα παπούτσια. «Τα ποδαράκια μου», σου λένε. «Θα σακατευτούν μέσες και γόνατα», μου έλεγε πελάτης γιατρός. Τι το θες, κορίτσι μου, τόσο ύψος; Μια κούκλα είσαι και χωρίς αυτά, άσε που τα πλήρωσες μια κατοστάρα, το λιγότερο. Θα μου πεις, κάποιος μπαμπάς σαν και μένα τα πλήρωσε. Για τρακοσια μέτρα παίρνουν ταξί. Μα και τ’ αγόρια δεν πάνε παρακάτω. Το παντελόνι με το ζόρι στέκεται στον κ.λο τους!
-Αυτό δεν είναι τίποτα. Εγώ να δεις τι έπαθα. Έφερε η μεγάλη μου το αμόρε της, Άγγελο το λένε, να τον γνωρίσουμε. Μας λέει, «απο 'δώ ο Άγγελος». Σηκώνω τα μάτια, τι να δω; Μαλλί καρφάκι, άρωμα να λιγοθυμάς, ο γιακάς απ' το μπλουζάκι όρθιος. Κάνω να του τον κατεβάσω. Δεν θα το πρόσεξε από την ταραχή που θα μας συναντούσε, σκέφθηκα. «Όχι, αφήστε», μου λέει, «έτσι είναι η μόδα». Τι μόδα ρε φίλε; στα ρεύματα θα καθίσεις; «Να ‘ρθείτε αύριο για φαγητό», τους προτείνω. «Όχι», απαντούν. «Ο Άγγελος δεν μπορεί, έχει αισθητικό». «Ποιός έχει αισθητικό; Εσύ, και θά 'ρθει κι ο Άγγελος μαζί;» «Όχι καλέ, ο Άγγελος έχει, θα κάνει αποτρίχωση!» Μπρε, ούστ απο 'δώ! Ποιά αποτρίχωση, ρε; Κρίμα που είμαι πατέρας και δεν μπορώ να μιλήσω. Πάνε στην μάνα σου κορίτσι μου να σου πει δυό λόγια για μας τους άνδρες. Άκου 'αποτρίχωση'! Το λένε και δεν ιδρώνει η πέτσα τους, γαμ..ο.
«Έλα Άγγελε», του λέω, «στο φούρνο». Το χειρίσθηκα διπλωματικά, όχι δημοκρατικά. Έλα να βοηθήσεις στο φούρνο. Άνεργος, μαθηματικός σπούδασε ο Άγγελος. Γιατί να παίρνουμε ξένο άτομο; Έλα, και το πρωί, μετά απ' το ξεφούρνισμα, όταν θα σέρνεσαι απ' τη ζέστη, την ορθοστασία, κι από τη νύστα, να δούμε τότε ποιός θα 'χει όρεξη να πηγαίνει στην αισθητικό. Άκου αποτρίχωση! Τι άλλο θ’ ακούσουμε πάλι;
-Η δημοκρατία και η ελευθερία έχουν όρια και κανόνες. Εκτός από δικαιώματα έχουν και υποχρεώσεις. Εγώ έτσι έμαθα. Έτσι ξέρω.
-Ξεχάσαμε και την άλλη καλή λέξη: 'Υπομονή'.
Ετσι είπε ο ταξιτζής, πήρε τα ψωμιά και το ταξί και πήγε να παραδώσει τα πρώτα στην σύζυγο, το δεύτερο στον αντικαταστάτη του.
Ο φούρναρης άφησε την δροσιά του πωλητηρίου και μπήκε στο εργαστήριο, χωρίς κλιματιστικό, ‘αντενδείκνυται’ για την ζύμωση, ισχυρίζονται οι ειδικοί. «Υπομονή μέχρι να δροσίσει», λέω εγώ.
Φόρεσε τον σκούφο του, διόρθωσε τον γιακά της ρόμπας του, κάτι σκέφθηκε, μειδίασε κι άρχισε το ξεφούρνισμα.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Σαρίκας, ο Κωστάκης.



Αύγουστος μεσημέρι, ουζάκι και καλή παρέα σημαίνει διακοπές, καταλαβαίνεις Ελλάδα. Αν είναι δε να βρεθείς δίπλα στο κύμα, ακόμη καλύτερα. Συνήθως όμως την ποιότητα την βρίσκεις χωρίς την θέα.
Ένα τέτοιο στέκι είναι κι ο Σαρίκας. Χαρίζει απόλαυση χειμώνα-καλοκαίρι σε μας, τους φιλοξενούμενους μας και τους επισκέπτες.
Από πατέρα σε γιό, σταθερή, αξεπέραστη, αναλοίωτη απ' το χρόνο ποιότητα. Μας φιλοξένησε και μας ευχαρίστησε αρχικά στον πεζόδρομο του Ταχυδρομείου και αργότερα στην Μιαούλη. Έχει ψυχή και όχι πολυτέλεια. Στέκι καθημερινό και προσιτό, χωρίς ακρίβεια. Τους χωράει όλους, μεγαλογιατρούς και δικηγόρους, φοιτητές, περαστικούς, εκδρομείς ΚΑΠΗ, ενώ πρόσφατα προστέθηκαν Ρώσοι, Βούλγαροι, Τούρκοι και κεντροευρωπαίοι.
Η φήμη του απλώνεται, κι ένα δείγμα της ήταν οι ποδηλάτες που συνάντησα την άνοιξη, από την Τουρκία. Ιδρωμένοι, σπασμένα αγγλικά, με ένα χαρτάκι στο χέρι, αναζητούσαν τον Σαρίκα. Αναζητούσαν αυτό που κάποιος, θέλοντας να μοιρασθεί την ευχαρίστηση που έλαβε κάποτε, τους τον πρότεινε.
Αυτή η ευχαρίστηση έφερε εμάς και τους άλλους, των διπλανών τραπεζιών, στο στέκι του εκείνο το Αυγουστιάτικο μεσημέρι. Βρεθήκαμε μαζί, μια οικογενειακή τριάδα εμείς, κάποιοι φωνάσκοντες νταήδες, περαστικοί για την Σαμοθράκη, εκλεπτυσμένες κυρίες, μεροκαματιάρηδες μετά το 8ωρο. Άλλοι να δροσιστούν, κάποιοι να ‘βρέξουν’ το λαρύγγι, να χαλαρώσουν, να αφήσουν χώρο για τα συναισθήματα, να ξεχάσουν, να χαρεί γεύση και ψυχή, να ενώσουν βλέμματα τσουγκρίζοντας, να ευχηθούν, να κατευοδώσουν, να αποχωρισθούν, να τιμήσουν τη καλή υγεία, να πιουν και να ξεχάσουν, να πνίξουν τον καημό. Χαιρόμασθε για την υγεία μας με την αισιοδοξία που μόνο το καλοκαίρι απλόχερα χαρίζει.
Τραπέζια αδειάζουν καθώς η ώρα κυλά, αλλά και ξαναγεμίζουν πάλι.
Οι παραγγελίες πάνε κι έρχονται, τα κινητά κουδουνίζουν, οι Έλληνες συνομιλούν εντόνως κι αδιάκριτα, επαναλαμβάνοντας την αδικία που έχουν υποστεί ως άτομα και ως έθνος. Άλλοι απολαμβάνουν την οικογενειακή συνεύρεση, αναπολούν παλαιότερες  στιγμές. Κάποιοι διαπληκτίζονται, άλλοι φλερτάρουν. Όλοι όμως, πάνω από μία πιατέλα.
Αυτή η πιατέλα έκανε τον αφέντη της ‘γνωστό’, αλλά το ‘πλούσιος’ με ερωτηματικό. Μια πιατέλα γεμάτη από ταπεινά πεντανόστιμα θαλασσινά, γεμιστά καλαμαράκια, πατάτες φούρνου, σαλάτα σταθερής βάσης, όπου προστίθενται και αφαιρούνται λαχανικά κατά εποχή, συνοδευόμενα από αλκοόλ κατά βούληση. Η χρέωση κατά άτομο. Κάθε επιπλέον ποτηράκι, έξτρα χρέωση. Η τιμή ξεκίνησε από δραχμή, έγινε τώρα ευρώ και ταιριάζει τις τσέπες όλων. Το πρόσφατο διεθνές πελατολόγιο δεν επηρέασε τις τιμές.
Στη σκηνή εισήλθαν σχεδόν ταυτόχρονα δύο παρέες ξένων. Για λίγο τους περιεργασθήκαμε, αναπόφευκτο λόγω εγγύτητας.
Κάθησαν διστακτικά, αμήχανα, αμφιβάλοντας για την επιλογή τους. Οι διάλογοι που ακολούθησαν προσδιόρισαν την καταγωγή: Βούλγαροι και Ολλανδοί.
Η δυσκολία της παραγγελίας απέσπασε εκ νέου την προσοχή.
Πήγε-ήρθε ο Κωστάκης. Η έλλειψη κοινής γλώσσας και οι άλλες διατροφικές συνήθειες, η αιτία. Έτσι νομίσαμε. Γράφτηκε κάτι στο χάρτινο τραπεζομάντηλο, έδειξαν κάτι άλλο στα διπλανά τραπέζια, η παραγγελία τελικά έφτασε. Μία σαλάτα και μία μπύρα στους τρεις Ολλανδούς, μία σαλάτα με πατάτες φούρνου και δύο μπουκάλια Coca- Cola για τους  τέσσερεις Βούλγαρους.
Οι πρώτοι, ένα ανδρόγυνο κι ο 15χρονος κανακάρης τους, λεπτοί, γυμνασμένοι, κατακόκκινοι απ' τον ήλιο, χρυσαφένια μαλλιά, λιγομίλητοι, περίμεναν. Αυτά που ‘φώναζαν’ ήταν οι ταμπελίτσες πάνω τους, στα μπλουζάκια, στα ρολόγια τους, στα παπούτσια. Gant, Lacoste, Henry Cotton, Tag Heuer, Nike. Έπαιζαν τα δάχτυλα πάνω στο τραπέζι τους, άντεχαν τα βλέμματά μας, κρυφοκοίταζαν τις ποικιλίες στα γύρω τραπέζια. Οι άλλοι, Βαλκάνιοι. Μία άλλη εκδοχή, σκουρόχρωμοι, αγύμναστοι, ανώνυμη ενδυμασία, πιο κινητικοί, εκφραστικοί συνομιλούσαν όπως όλες οι οικογένειες του Νότου δυνατά, επιμένοντας ο καθένας στην άποψη του.
Καταβροχθίζαμε τα καλούδια μας και δεχόμασταν τα βλέμματα των γειτόνων. Ένοχοι εμείς για τα 33 ευρώ της υπερφορτωμένης παραγγελίας μας τριών ατόμων, απορημένοι ίσως αυτοί για το υπέρογκο ποσό εν καιρώ Ελληνικής κρίσης.
Απορήσαμε κι εμείς. Όταν τα ούζα τέλειωσαν, η γεύση και το στομάχι ικανοποιήθηκαν, το σώμα απλώθηκε, το βλέμμα αφέθηκε, το μυαλό άδειασε και η διάθεση χαλάρωσε. Ξάφνιασμα προκάλεσε η πολυτέλεια και μάλιστα διπλή. Πρώτα πέρασαν οι Ολλανδοί με το όχημα τους, ολοκαίνουργια BMW 525, ύστερα οι Βούλγαροι με ένα υπερμεγέθες jeep.
Διπλανός θαμών σε ‘τσακίρ’ κέφι σχολίασε: «τι κρίμα, η βενζίνη δεν άφησε τα παιδιά κάτι να ‘τσιμπήσουν’. Μείναν άφραγκοι και νηστικοί.»
-Ας τους κέρναγες, ρε Σταμάτη!
-Να μην τους προσβάλω, φοβήθηκα.
-Εμένα μου λες; Λουκούμι θα τους έρχονταν.
-Εις υγείαν το κορόιδο, δηλαδή.
-Έτσι  είναι ο Έλληνας! Κρίση-ξεκρίση, το τραπέζι του γεμάτο.
-Τι να την κάνεις την BMW ρε φίλε με άδειο στομάχι, αλλά να, με κάτι τέτοιους, φοβάμαι, ο Κωστάκης θα ‘σηκώσει μύτη’ και εμείς θ’αλλάξουμε στέκι.
Αλλάζουν και οι καιροί βέβαια...

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 2ο

Βαθμοί 37°.
Παραλία γεμάτη ξαπλώστρες, η μια δίπλα στην άλλη, αντιηλιακά που μπερδεύονται και σε ζαλίζουν. Παρέες μεγάλες και χαλαρές, τσάντες, πετσέτες ακριβές και του telemarket, η δε φθήνεια του Jumbo βοήθησε να γεμίσει η άμμος κουβαδάκια και πλαστικά παιχνίδια, φτιαράκια, τσουγκράνες και άλλα.
Νεαροί μπαμπάδες, μετ’ απροθυμίας σηκώνονται, βρέχουν το κορμί τους, κακοήθης φίλος λέει «ανακουφίζονται», ρίχνουν ένα βλέμμα στο μικρό και ξαναπέφτουν στην ξαπλώστρα.
«Παναγιώτη, σου είπα συμμορφώσου. Λίτσα, θα βραχεί πάλι και με την άμμο στα πόδια, σας βλέπω νά ‘ρχεστε ποδαράτοι».
«Αλέξανδρε, βγες τώρα!»
«Έλα αγάπη μου, να σε βάλει η μαμά κρεμούλα. Ρε Γιάννη, παράγγειλε ένα φραπεδάκι να στανιάρω. Ε, ναι, χωρίς ζάχαρη. Πότε έβαλα; Μόλις εχθές δύο κουταλιές;! Υπερβολές!»
«Κορίτσια, που να σας τα λέω, εχθές χαμός στο Pico. Ήταν και η Αυγή. Η Αυγή του Μήτσου, καλέ. Με καινούριο look. Στης Αριάδνης, που αλλού; Ν’απορείς πως ‘βγαίνουν’. Πήγα κι εγώ, το πενηντάρικο δεν έφτασε. Μάπα το μαλλί. Άσε που ο Γιώργος ούτε το πρόσεξε. Του λέω, τα έβαψα!
-Μαύρα;
-Κόκκινα, καλέ.
-Τι;
-Τα μαλλιά.
-Α, είπα κι εγώ, απάντησε και γύρισε στο laptop. Κολλημένος.»
«Κουραστήκαμε φέτος, με τους παιδικούς, όλες τις ιώσεις περάσαμε. Μία ο ένας, μία ο άλλος. Από τις επτά στο πόδι. Ένα ταξιδάκι δεν θα με χαλούσε. Σαντορίνη, Μύκονος. Του το δήλωσα, του χρόνου δεν έχει. Μια Μύκονο, θα τη ‘χτυπήσουμε’. Πέντε χρόνια γάμος και δύο δεσμό, μία επταετία δηλαδή δεν κουνηθήκαμε. Τρέξιμο και κούραση. Πλύσιμο, σιδέρωμα, μαγείρεμα, εμβόλια… έλεος! Γερά να είναι τα χρυσά μου, ζωηρά, «κακομαθημένα» λέει ο Γιώργος.»
Άλλη λαλίστατη και χαμηλόφωνη...
«Ρε Κώστα, σήκω να δεις, γαμ..ο, που είναι τα παιδιά; Όλα από μένα τα περιμένεις;»
Ο Κώστας ξαπλωμένος, λαγοκοιμόταν και που και που απολάμβανε κανένα οφθαλμόλουτρο από τις διπλανές λιαζόμενες.
Παρόμοιοι διάλογοι διασταυρώνονταν και δημιουργούσαν σύγχρονη Βαβέλ. Με δυσκολία προσδιόριζες την πηγή, αφ’ ενός γιατί ήταν παρόμοιου περιεχομένου, αφ’ ετέρου ουδεμία διαφορά στην εκφορά των κοινότοπων εκφράσεων.
Έπρεπε να κρατώ τα προσχήματα και να παραμένω διακριτική.
Να συγκεντρωθώ στο περιοδικό… Για βιβλίο; Ούτε λόγος, δηλαδή αδύνατον!
Στην σκηνή εισέρχεται τρυφερή μανούλα. Πρώτα ακούσαμε την φωνή της να καλεί 17 φορές «Βαγγελάκη» το βλαστάρι της. Ακολούθησε η παρουσία της δίπλα στο κύμα. Θαυμάσαμε εγώ και κυρίως οι πέριξ αρσενικοί τηn κορμάρα της, ενώ αυτή αδιάφορα διαπραγματευόταν την έξοδο του παιδοβούβαλου Βαγγελάκη από το νερό. Παράλληλα συνομιλούσε με κάποια «χρυσή» της στο κινητό, έναν άλλο «μάτια μου» και στην συνέχεια «σου είπα, είμαι με το παιδί στην θάλασσα».
Η αντοχή αγγίζει τα όρια της! Παρηγοριά;
Είναι ένα συνηθισμένο Σάββατο του Ιουλίου, σε μία  συνηθισμένη Ελληνική παραλία, κατακλυσμένη από τους ‘τεμπέληδες της έφορης κοιλάδας’, ‘απελπισμένους’ λόγω κρίσης, προσαρμοσμένους στις επιταγές της κολυμβητικής μόδας, με μπόλικα αναψυκτικά, φραπέδες, φρουτοσαλάτες, μπύρες, αναρίθμητα πλαστικά μπουκάλια νερού, γυαλισμένα κορμιά απο λάδια ταχέους μαυρίσματος, μικρά παιδιά πασαλειμμένα μ’ ένα πράμα που θυμίζει την ‘άγρια’ φυλή των Φουλάνι, υστερικές κραυγές ενηλίκων και κακομαθημένων γόνων.
Οι εξαιρέσεις, σπανιότατες αλλά ευπρόσδεκτες, ποιούν το αυτονόητο. Χαμηλοί τόνοι, καταμερισμός των ρόλων ανάμεσα στους γονείς, χαμογελαστά πρόσωπα.
Η συνεχής επανάληψη φράσεων και κινήσεων προκαλεί αρχικά εκνευρισμό που σύντομα, λόγω αδυναμίας αντίδρασης, μετατρέπεται σε παραίτηση, νύστα. Ο ύπνος πάντα θεραπεύει.
Θα είχα κι εγώ κοιμηθεί αν στην σκηνή δεν προστίθετο, εκτός της  μαμάς του Βαγγελάκη, μία άλλη μαμά με τον άνδρα και τις φίλες της. Δεν πρόσεξα πότε ήρθαν, που κάθισαν και πότε αποφάσισαν να βραχούν. Ηταν σκούρες έως σοκολατένιες.
Η μία εξ αυτών, με τόνο προστακτικό, απηύθυνε τον λόγο στη Δανάη. Μια Δανάη, ίδια μικρή Λουλού μετά από πολυήμερες διακοπές, δηλαδή μαυρισμένη ως η μαμά της.
-Βγες έξω, τώρα, είπα!
-Καλά...
-ΒΓΕΣ ΕΞΩ, ΤΩΡΑ, ΕΙΠΑ!!!
Ο τόνος υψηλότερος και αυστηρότερος. Η Δανάη ατάραχη παρέμενε στο νερό.
-Βγες έξω ρε μαλακ…ένο, τώρα αμέσως! Μ’ έχεις γαμ..ει!!!
-Όχι! Ο μπαμπάς είπε να μείνω μέχρι να βγεί η Τάνια!
-Βγες έξω, πριν σε τσακίσω!
Με το «τσακίσω», ορμάει, αρπάζει την Δανάη από τα κοτσιδάκια, κρατώντας την ως λαγό και την πετάει στην ξαπλώστρα, βρίζοντας αυτη και ουρλιάζοντας η Δανάη. Πιτσιλάει τον Τάκη, εκείνος, ξαφνιασμένος και ενοχλημένος, ανασηκώνεται πάνω στην βελουτέ μαύρη πετσέτα, κρυμμένος πίσω από κατασκοπικά γυαλιά, απευθύνει ένα ‘τρυφερό’ «καλά, μα είσαι εντελώς μαλακ…ένη; Μ’ έκανες μούσκεμα, γαμ..ο!»
Η Δανάη συνεχίζει να ξεσηκώνει τον τόπο με το κλάμα της, εμείς κοιτάμε και ακούμε, ενώ η σοκολατένια ‘μαμά’ της απτόητη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, ταχτοποιώντας οπίσθια και στήθη στο μικροσκοπικό της μπικίνι, ξαναπέφτει στο νερό. Κολυμπώντας επί τόπου, συνεχίζει τον μονόλογο, τόσο δυνατά να ακούμε όλοι, το πόσο την έχουν γαμ..ει μπαμπάς και κόρη.
-Μπάφιασα!
Το ερώτημα παραμένει, ποιός;

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Παρά θίν’ αλός - Επεισόδιο 1ο

Μπήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα στο νερό.
Νέοι, καλοφτιαγμένοι, ερωτευμένοι, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Είναι απ´ αυτούς που μπαίνουν στο νερό διστακτικά κι όχι κατακτητικά, με φόρα κι απλωτές.
Το κορίτσι χαϊδεύτηκε προσποιούμενη ότι «το νερό είναι κρύο». Δεν ήταν. Ίσως το χέρι του νεαρού που έτρεξε στην πλάτη και τους μηρούς της να ήταν το ζητούμενο. Πήρε με τις χούφτες του νερό και όπως κάνουμε με τα μωρά, έφερε με μικρές ποσότητες την δροσιά στο κορμί της. Βούτηξα και τους έχασα από τη θέα. Ο βυθός εξακολουθεί να είναι ελκυστικότερος των ανθρώπων, παρομοίων ίσως. Λίγο πριν βουτήξω έπιασε το αυτί μου την απορία της «αν υπάρχουν βράχια κάτω». Στη συνέχεια, όπως συνηθίζεται, θα σύγκρινε την παραλία με αυτή των νησιών που πρόσφατα επισκέφθηκαν, αν κρίνω από το μαύρισμά τους.
Η πόλη και οι παραλίες της ελκύουν λουομένους με χαμηλά εισοδήματα, οικογένειες κι αυτούς που κλείνουν ή ανοίγουν τις διακοπές τους στο σπίτι, ή με το «τι να κάνουμε, επιστροφή στην ρουτίνα», ή δεν «είχα άλλη επιλογή». Το τελευταίο αφορά φοιτητές, υπηρετούντες στα Σώματα ή Υπηρεσίες και τη συντροφιά τους. Έτσι έγινε συνήθεια η διαρκής σύγκριση με άλλες καλύτερες και προτιμητέες ακτές.
Θα ήταν μία από τις τόσες συναντήσεις, αν βγαίνοντας από το νερό, μετά από ώρα, δεν έβρισκα αυτήν, που κρύωνε, με το φωσφορούχο νύχι, την καπελαδούρα, το προκλητικό μπικίνι, τα γυαλιά "γκαούνα", να είναι πλάτη με πλάτη με το νεαρό και να μιλά μεγαλοφώνως στο τηλέφωνο με ένα Σάκη. Το παλληκάρι πίσω από τη πλάτη της έπληττε και σταδιακά έδειχνε όλο και περισσότερο ενοχλημένος από την αναμονή κι αυτά που εγώ, εκείνος κι όλη η παραλία ακούγαμε.
Όλοι καταλάβαμε ότι ήταν ο ‘πρώην’. Ένας ‘πρώην’ που ήθελε να αποβάλλει το ‘πρώην’ και να παραμείνει ‘νυν’. Λόγω έλλειψης απαραίτητης τεχνολογίας αγνοούσε το αρσενικό πλάσμα στο πλάι της, πιθανή αιτία ακύρωσης της επιμονής του.
Μάλλον ήταν επίμονος και κουτός γιατί δεν καταλάβαινε ότι δεν βαρέθηκε αυτόν, αλλά τους γονείς του, που την αποκαλούσαν μέγαιρα και καταστροφέα του παιδιού τους.
Δεν καταλάβαινε ότι οι γονείς της ήταν το παν γι αυτήν και δεν θα τους εγκατέλειπε.
Δεν καταλάβαινε ότι δεν θα επέτρεπε το γούστο της μαμάς του στο σπίτι της.
Βεβαίως οι γονείς της διάλεξαν τα έπιπλα, αφού τα πλήρωσαν.
Βεβαίως είχαν κλειδί του αυτοκινήτου και του διαμερίσματος αφού τ´αγόρασαν.
Δεν καταλάβαινε πόσο τον εκτιμούσε αλλά δεν της έκανε ‘κλικ’.
Ούτε το ‘κλικ’ καταλάβαινε, αφού δεν μπορούσε να το εξηγήσει αναλυτικά «με ένα κάρο κόσμο γύρω».
«Βεβαίως και θα συναντηθούμε να τα πούμε από κοντά, να σου εξηγήσω.»
Δεν ήθελε εξηγήσεις ο Σάκης, γιατί τις άκουσε επανειλημμένως. Όμως αυτή ήθελε να τις δώσει. Ήθελε να πει: «ναι, ο πατέρας σου μου είπε ότι σε καταστρέφω». Μόνο, που ούτε ο πατέρας του ούτε αυτός κατάλαβαν ότι το πτυχίο της το πήρε, «δουλειά, ναι, της βρήκε ένας φίλος του μπαμπά».
Δεν κατάλαβε ότι είναι εξαρτημένη από το χρήμα.
Δεν κατάλαβε σε τι δεν ήταν ικανός. «Απλό, απλούστατο, να συναντήσει τις ανάγκες της». Χωρίς το πτυχίο και τα λεφτά που ο πατέρας του δεν ήθελε να δώσει, το μέλλον τους ήταν και είναι αβέβαιο.
Ευτυχώς, για μας, θέλησε να κλείσει το τηλέφωνο μια και «ακούει όλος ο κόσμος, Σάκη».
Και πάλι θα ήταν μια συνάντηση από τις τόσες, αν κλείνοντας το τηλέφωνο, δεν ξεσπούσε σε ένα γέλιο από αυτά, τα ψεύτικα, του είδους «τα πήγα καλά» κι αν, προς έκπληξη όλων μας, δεν ορμούσε γελώντας όλο χάδια στον εν τω μεταξύ ανάσκελα ξαπλωμένο νεαρό, σε μια στάση ‘λίγο πριν την συνουσία’. Αυτός, φορώντας ένα πικρό χαμόγελο, εισέπραξε απρόθυμα τις περιπτύξεις.
Σύντομα η "γατούλα" αποτραβήχτηκε κι έπιασε το iPhone του να ξαναδεί το μήνυμα που της είχε γράψει ο απρόθυμος, ενώ αυτή συνομιλούσε με το Σάκη, αδιαφορώντας για κείνον και εμάς, τους ωτακουστές.
Μια στις τόσες δίνει λύση ο καιρός.
Συννέφιασε κι άρχισαν να τα μαζεύουν. Δεν ξέρω ακριβώς τι.