Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

"Πρίν την άμβλωση", ή, "Στις γυναίκες που νομίζουν ότι γιόρταζαν στις 8 του Μάρτη"

Της είχαν βάλει την πράσινη ρόμπα εκείνη της ελπίδας αλλά και του χειρουργείου.
Το μισό κορμί ακάλυπτο και μάλιστα το πίσω, αυτό που σου δημιουργεί την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Είσαι ακάλυπτη κυριολεκτικά και συναισθηματικά.
Η νομιμοποίηση των αμβλώσεων σε αφήνει παγερά αδιάφορη. Η κοινωνία σε δέχεται με τους νόμους της αλλά όχι με τη στάση της.
Περιφερόταν σε προθάλαμο χειρουργείου 2x2, ήταν και μικρότερο; Ως ένα σφάγειο. Δεν ήταν γυναίκα, άνδρας, άρρωστη, μωρό. Δεν υπήρχε κατηγορία.
Δεν ήταν άνθρωπος.
Βημάτιζε με την πλάτη προς τον τοίχο όσο μπορούσε να καλύψει τη γύμνια της. Λες και αυτή ήταν που ήθελε να κρύψει. Την ντροπή της, την ενοχή της, αυτά ήθελε να καλύψει.
Τα μάτια της βούρκωναν κάθε τόσο και τα δάκρυα ελευθερωνόταν.
Στις 4 ώρες αναμονής περνούσαν διάφορα μωρά από το δωματιάκι για να τους τρυπήσουν την φτέρνα, προφανώς όχι για να την κάνουν «αχίλλειο», αλλά για προληπτικούς λόγους. Και ξαφνικά το γονιμοποιημένο ωάριο της γινόταν το μωρό που είχε μπροστά της.
Λες και επίτηδες της άφησαν αυτές τις 4 ώρες για να προετοιμασθεί. Να αποφύγει το έγκλημα.
Έτσι αισθανόταν. Σφαγέας της ζωής, της ζωής του.
Τύψεις – τύψεις – ενοχές. Αν και πάλι αν.
Όλος ο μύθος περι αυτοδιάθεσης του κορμιού σου, του είναι σου, του μέλλοντος σου, παραμένει μύθος.
Ρίγος διατρέχει το κορμί, αφανίζοντας τα ίχνη απελευθέρωσης που νομίζει, η νομίζεις ότι έχεις.
Το δικαίωμα να ορίσεις το σώμα σου καταργείται.
Ακυρώνεται. Μαζί με αυτό και το δικαίωμα στην απόλαυση του έρωτα.
Ποιανού έρωτα;
Θυμόταν τα χάδια του, τα φιλιά του, τα χέρια του να την αγγίζουν, τον πόθο να φουντώνει. Εκείνη κι εκείνος στην αρρένα του έρωτα. Αίμα κι ιδρώτας, ζωή και θάνατος. Ο έρωτας, αυτό δεν είναι; Λείπουν οι θεατές κι οι νικητές. Σ’ αυτή την ορμή δεν θάβγαινε νικητής ο ένας από τους δύο, αλλά η ίδια ζωή αν το σμίξιμο ήταν αυτό της αναπαραγωγής.
Τα κορμιά δεν υποχωρούν όταν ο πόθος είναι παρών.
Άραγε πως θα ξεπεράσει αυτόν τον πόνο; Πως θα αγγίξει το κορμί χωρίς φόβο; Η τεχνολογία λέει, δίνει απάντηση. Τα δοκίμασε ή νόμισε ότι τα δοκίμασε.
Την ενοχλούσε που ήταν μόνη. Που ήταν αυτός;
Ο άλλος της πράξης, την συνέπεια της οποίας αυτή αντιμετώπιζε;
Σε συμβούλιο;
Σε δουλειά; Στην πρέφα; Στο κόμμα; Στο κυνήγι;
Ελεύθερος ο δράστης. Κι αυτή εδώ. Ένοιωθε το βλέμμα αδιαφορίας του προσωπικού, τη ρουτίνα, την περιφρόνηση. Δεν ήταν άνθρωπος γι αυτούς, μια κρεάτινη μάζα ήταν. Δεν της μιλούσαν. Μόνο περίμενε. Κι αδελφές πάνε κι έρχονται βιαστικά, δεν συμμετέχουν στο δράμα της, δεν θέλουν να είναι συνένοχοι.
Η ενοχή πλανάται στο χώρο. Μια γυναίκα, που είναι;
«Έχετε κάνει αμβλώσεις εσείς που διορθώνετε το σκουφάκι σας;» 

«Πως βγήκατε από αυτή την κόλαση;»
Βγαίνεις;
Πότε;
Με ποιόν;
Πως;
Ας μίκρυνε, ας γινόταν ξανά παιδί. Ας ξανάρχιζε από την αρχή, αγνή, άδολη, ανένδοτη. Ανένδοτη στην απόλαυση, στην ευχαρίστηση, ασυμβίβαστη στις συμβάσεις. Στις συμβάσεις του έρωτα, του γάμου, της ζωής.
Τα λάθη πρέπει να πληρώνονται. Ναι! Ασφαλώς Ναι!
Δεν ήξερε ότι έκανε λάθος. Όταν το διαπίστωσε ήταν αργά, τόσο αργά που ήταν αμετάκλητο.
Κι αν το κρατούσε;
Νοιώθει αδύναμη. Δεν μπορεί. Φοβάται. Λυγίζει...
Τόχει αποφασίσει. Νόμιζε ότι ήταν ευκολότερο.
Δεν ήταν. Ηταν ο χρόνος λίγος και μετρήσιμος.
Μετράς μέχρι το 20 – 30. κοιμάσαι και όταν ξυπνάς, νομίζεις ότι είσαι η ίδια.
Δεν είσαι!
Το αίμα κύλησε, αλλά αυτή τη φορά όχι για να ξεπλύνει την ντροπή, αλλά για να σε σπιλώσει, να σε φορτώσει ενοχές και ανομήματα για το υπόλοιπο της ζωής. Να μπεί ανάμεσα σε σένα κι αυτόν, οριστικά.
Το θυμάσαι και στις γέννες και στους θανάτους.
Και στον έρωτα. Όταν το κορμί σου αναζητά την ένωση, το άλλο κορμι. Εσύ τότε του λές! ΚΟΡΜΙ ΘΥΜΗΣΟΥ !

(Γράφτηκε το Μάρτιο του 2000)

English Translation
Title: Before the abortion
Alternative title : For women who considered worth celebrating the 8th of 
March.
Written in March 2000 by Maria Toloudi.

They made her wear a green robe, reminiscent of hope as well as of surgery.
Half her body stood naked; it was her bare back that triggered in her an utmost anxiety. You feel bare naked factually and emotionally.
Authorization of abortions leaves you icily indifferent. Society does have to accept you lawfully, but people’s arrogance doesn't.
She wandered into a 2x2m large antechamber next to the surgery room; or was it even smaller? It resembled a slaughterhouse. She felt neither a woman, nor a sick man, or even a baby. There was no categorization possible. She wasn’t even human.
She stepped forward with her back turned to the wall to cover the nakedness as much as she could. As if this was what she wanted to veil. It was the shame though - the guilt that she tried to conceal.
Her eyes became teary every now and then, and tears were left to roll.
In the four hours she was left waiting several babies were brought into her tiny chamber to have their blood sampled, pricked from their heels - obviously not to turn them into ‘Achilles'’, but for proactive purposes. Unexpectedly her embryo morphed into the babies that stood in front of her.
It looked like they did it on purpose to leave her during those four hours to prepare herself. To avoid the crime. That’s the way she felt. An assassin of life… its own life.
Guilt, guilt, the feeling of guilt. If and only if…
The whole fairytale about self-determination of your body, your being, and your future still remains a fable.
A shiver runs through the body, wiping out the traces of the freedom of choice that it itself thinks, or you yourself consider that you own.
The right to command your own body is being repealed. Gone... With it also goes the right to the enjoyment of love making.
What love making?
She remembered his caressing, his kisses, his hands touching her, the intensifying lust. Him and her together in the arena of infatuation. Blood and sweat, life and death. Isn’t that it what love is all about? There’s no audiences and nobody’s winning. In such a momentum there wouldn’t be any victor between them two, but it would be life itself the winner if the embracing was meant to reproduce.
Bodies don’t step back when lust appears.
How to overcome this pain, she wondered. How to touch the body without anxiety? Technology, they say, provides the answers. She tried them all, or, she thought she did.
It bothered her that she was left alone. Where was he?
The other contributor in the act, whose repercussion she was now faced with?
In a meeting?
At work?
Playing cards?
At the Party Offices?
Was he gone hunting?
The offender, free as a bird. She was here. She felt the staff’s gaze of indifference, the routine, their contempt. She wasn’t a person to them; she was just a mass of flesh and blood. They wouldn’t talk to her. She just waited there. And nurses come and go hastily; they don’t take part in her drama; they don’t want to become an accomplice.
The blame has been hovering in the air. Just a fellow woman; where’s everybody?
"Have you ever had any abortion, yes, you that you tidy up your top?"

"How did you ever escape from this hell?"
Can you 
really ever escape? 
When?
Who with?
How?
She wished she became younger again, just a kid. Let her start all over again, a virgin, blameless, adamant. Adamant in her enjoyment, the indulgence, be a nonconformist. In the conventions of love, marriage, life itself.
Wrongdoings should be penalized. Yes! Absolutely Right!
She didn’t know she was then doing anything wrong. When she found out it was too late, so much late that it was irrevocable.
What if she kept it?
She felt weak. She just couldn’t. She was scared. She bent.
She took the decision. She thought it was simpler.
It wasn’t. The time was short and finite.
You count to 20 - 30, you fall into sleep, and when you wake up, you still think you are one and the same person.
You ain’t!
Blood poured, but this time it wasn’t meant to wash away the shame, but to stigmatize you, to burden you with remorse and turpitude for the rest of your life. To stand between you and him, forever.
You still reminisce the act during births and passings.
And also during love making. When your own body looks for the union with the other body. You then utter to it! MY BODY, DO REMEMBER!

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Η κυρία του πρωινού

Τους συναντούσε κάθε πρωί, στη στροφή του δρόμου, λίγο πριν κατηφορίσουν για τις δουλειές τους.
Η συνάντησή τους τυχαία. Σύμπτωση. Αυτοί στα είκοσι τους, αυτή στα πενήντα.
Νέο ζευγάρι, με λαχτάρα και όνειρα να ξεχειλίζουν στο πλησίασμά τους. Απόκλιση λεπτών η συνάντηση των τριών. Άλλοτε περίμενε αυτός, άλλοτε αυτή. Εκείνη σε απόσταση. Όταν αυτός ήταν στην αναμονή, τα χέρια στις τσέπες της μουτζουρωμένης φόρμας του,που ανάλογα με τον καιρό την κάλυπτε ή όχι με μπουφάν, απ’ αυτά που όλοι τους κάνουν να μοιάζουν με αεροπόρους, κοντοκομμένα μαλλιά. Το ένα χέρι το έβγαζε για να πιάσει το δικό της. Αυτή νεαρή, κοκέτα, με χάρη και νάζι, με ξέπλεκα, αλλά όχι ατημέλητα μακριά, μαύρα μαλλιά.
Της άρεζε το πρωινό φιλί τους. Αντάμωναν τα χείλη γρήγορα, αλλά όχι αδιάφορα, ενώ τα χέρια σαν φτερούγες έκλειναν το ένα το άλλο. Τιτιβίζοντας προχωρούσαν μπροστά της.
Δεκάλεπτη η καθημερινή τους συνοδοιπορία. Αυτοί μπροστά κι αυτή από πίσω. Μήνες κύλησαν. Σεπτέμβριο τους συνάντησε και βήμα βήμα για πέντε μήνες μοιράστηκαν όνειρα κι ελπίδες, βροχές και κρύο, λιακάδες κι αέρηδες.
Ζούσε μαζί τους τη χαρά και την ελπίδα. Αυτούς τους περίσσευε, η δική της είχε χαθεί.
Της άρεζε να εφευρίσκει τους διαλόγους τους, τα σχέδιά τους, τις υποσχέσεις, να κλέβει από τις διαβεβαιώσεις τους, να φαντασιώνεται τον πόθο των κορμιών τους, να απογοητεύεται με τα καβγαδάκια τους, να δίνει λύσεις στα θέλω τους. Τους ήθελε μαζί, αχώριστους, ευχή και όνειρο να αντικρίσουν την αιωνιότητα. Ήθελε να προλάβει τη φθορά του χρόνου, τη συνήθεια, τον δόλο, την παρεμβατικότητα των άλλων, την σύμβαση, τα άχρωμα βλέμματα, την προσποίηση, την κούραση. Ήθελε να τους πάει έτσι στο μέλλον. Να προλάβει τα ολισθήματα, τις συγκρούσεις, τις εκρήξεις. Μόνο την έκρηξη του πάθους τους να κρατήσει επιδίωκε. Να τους αγγίξει με το μαγικό ραβδί «μένω όπως είμαι». Άφθαρτο πλάνο ζωής. Ήθελε, αλλά η βεβαιότητα είναι άλλη και μάλιστα ότι είναι αυτή κι εκείνοι οι άλλοι. Μήπως κι αν ήταν οι άλλοι θα είχε και την δυνατότητα.
Στο κεντρικό σταυροδρόμι χώριζαν. Ανατολή και Δύση. Το κορίτσι στη Δύση, οι δυο τους προς Ανατολή. Πεταχτό φιλί οριοθετούσε τον καθημερινό αποχωρισμό αφήνοντας μια θλίψη ανεπαίσθητη να αιωρείται, αν και γρήγορα το κάθε μέρα έκανε το χρέος του και την καθάριζε.
Καθάριζε; Καθάριζε. Αυτό αδιάφορα απαντούσε, αλλά επίμονα δούλευε για το αντίθετο, και μονιμότητες δημιουργούσε.. Τάχυνε το βήμα και τον προσπερνούσε. Το ζευγάρι ακυρωνόταν προς το παρόν. Όπως και το ενδιαφέρον της.
Η μέρα κυλούσε. Κάπου κάπου η ομορφιά τους τρύπωνε στο χρονοδιάγραμμα της μέρας της. Τότε χαμογελούσε και οι συνομιλητές της αναρωτιόταν από πού ήρθε το φως.
Τι να εξηγήσεις; Στο θάνατο, την φθορά η ζωή και η φρεσκάδα της δόθηκε κι ας ήταν άλλων.
 Κάθε μέρα επικοινωνία σχεδίαζε και διάλογο κατάστρωνε. Επαναλάμβανε το «Καλημέρα» κι ερωτήσεις γι’ αυτούς.
Ίσως αύριο.
Μεθαύριο.
Γνωριστήκατε ; που είπατε;
Στο σχολείο, στη γειτονιά, στο διαδίκτυο, στο μπαρ. Ίσως στην παραλία. Σε εκδρομή. Α όχι, κάτι πιο υποσχόμενο. Να έχει διάρκεια, να έχει βάση. Ποια βάση τον έρωτα κρατάει; Αφελείς προσδιορισμοί, προβλέψεις κι ερωτήσεις.
Το παλικαράκι και το κορίτσι την μέρα τους ξεκινούν μαζί, λιακάδα στην ψυχή της και το νου της. Ανέμελα το αύριο αντικρίζουν. Ελπίδα σκορπίζουν για την ζωή, αυτή που τρέχει και πίσω σ’ αφήνει. Το πήρε απόφαση και δώρο θα τους έκανε.


Χρόνια περίμενε αυτόν που σε γεύμα θα την καλούσε με φως κεριών και κρύσταλλα, με κόκκινο υγρό που θα φλόγιζε τα μάτια και τα μάγουλα. Λευκά τραπεζομάντηλα θα απλώνονταν μπροστά τους σαν τα σεντόνια που τα κορμιά τους δέχονται. Μουσικές θα ’παιζαν όπως αυτές του έρωτά τους, μήνυμα στους άλλους, κέλυφος για αυτούς, λουλούδια παντού σαν τα πέταλα που σκορπίζει το σμίξιμό τους, κι όλα αυτά με την γεύση να κατασκευάζει τη χημεία των κορμιών.


Βρήκε το μαγαζί. Πέτρινο. Τα παράθυρά του όπως στα παραμύθια, μικρά τόσο που μετά βίας να διακρίνεις αν το γοβάκι της Σταχτοπούτας τελικά βρήκε το σωστό πόδι. Σερβιτόροι, πελάτες, πιάτα, ποτήρια γρήγορα περνούσαν μπροστά της όταν στους βραδινούς περιπάτους τους κοντοστεκόταν και φευγαλέες εικόνες αποθανάτιζε.
«Ναι, νεαρό ζευγάρι, με το επίθετό μου θα δεχθείτε. Ναι, γωνιακό. Μπροστά στο τζάκι, δίπλα στο παράθυρο. Κόκκινο, ναι, κόκκινο. Όλο το μενού. Πλουσιοπάροχα όλα, όπως ταιριάζει σ’ αυτούς. Δεν θέλω τσιγκουνιές. Θα με βρείτε…»
Την ημέρα την περίμενε. Την όρισε. Πριν από αυτούς πήγε. Στην γωνία στάθηκε. Κάθε λίγο αναζητούσε το φακελάκι στην τσάντα της. Δεξιά, αριστερά ανήσυχα κοιτούσε, 
ανυπομονούσε για την έκβαση. Ένα σκυλί προσπέρασε αργά. Περιπλανιόταν. Μάρτυρας της συνάντησης. Κι αν αρνιόταν; Αν θυμώνανε; Αν υπερήφανοι την προσφορά πρόσβαλαν; Αν «με τι δικαίωμα παρεμβαίνετε» της έλεγαν; Όχι. Αυτή καλή πρόθεση είχε. Ένα όνειρο να χαρίσει. Πού είναι το κακό; Δεν είναι το κόστος. Αυτό σίγουρα δεν είναι. Η πρόθεση και η απόφαση το δύσκολο.
Πρώτος έφτασε και τον είδε με ανεμώνες στο χέρι. Διστακτικά τις κρατούσες στο πλάι του σαν να ντρεπόταν . Πήγε να την προσπεράσει.
«Μην φεύγετε. Σταθείτε!», τον κάλεσε.
«Η κυρία του πρωινού είμαι».
"Το ξέρω."
« Θα ήθελα...»
"Τι;"
Αιώνας πέρασε να περιγράψει το όνειρο και μόνο οι διάπλατες κόρες των ματιών του της επιβεβαίωναν την πραγματικότητα. Αρνητικός, ενοχλημένος, απορημένος, επιφυλακτικός, αμήχανος, αναποφάσιστος, πάλευε με την προσφορά.
Να πιάσει το όνειρο;
Το αντάλλαγμα;
Φοβόταν.
Μα εκείνο έμοιαζε τόσο δελεαστικό, προκλητικό, υποσχόμενο. Τα συναισθήματά του πήγαν κι ήρθαν. Το ’πιασε, το άφησε. Ο χρόνος έμοιαζε πολύς. Δεν ήταν . Οι αποφάσεις μοιάζουν να διανύουν χιλιόμετρα χρόνου πριν βγουν στο φως. Αλλιώς μετράει τον χρόνο η απόφαση, η λύπη, η χαρά, η ζωή, το χρονόμετρο.
Την είδε στο βάθος του δρόμου να κατηφορίζει και ο αέρας του Φλεβάρη βόλτες να κάνει στα μαλλιά της. Την είδε στα βουρκωμένα μάτια της κυρίας του πρωινού, την είδε και ήταν τόσο κοντά στο όνειρο. Απόσταση αναπνοής.
Αυτός και η καλή του στο όνειρο. 


Τους είδε με τα πρόσωπα φλογισμένα, αντικριστά, χαλαρά τα σώματα, πουλιά τα χέρια, κι ο έρωτας να παίζει με τις φλόγες των κεριών.



English Translation
Title: The Lady of the Morning
Written by Maria Toloudi


They met every morning at the turn of the road, right before they descended the street on their way to work.
Their encounter was accidental. Just a coincidence. They were both in their twenties, she was in her fifties.
A young couple with desire and their dreams overflowing as they approached. It was a question of minutes that encounter of the three of them. Sometimes he was the one waiting, occasionally it was her. She remained at a distance. When it was him waiting, he kept his hands in the pockets of a grimy outfit, which, depending on the weather, he covered with a jacket of the type that makes them all look like aviators, and a short haircut. He pulled out one hand to hold hers. As for her, quite young, a coquette, with grace and mannerisms, with untied, but not sloppily long, dark hair.
She liked to watch their morning kiss. Their lips touched briefly, but not uncaringly, whereas their hands sheltered each other like bird wings. They strolled by twittering in front of her.
They paced together daily for about ten minutes. Them walking in front, and her, right behind them. Months went by. She first met them in September, and, step by step during five months, they shared dreams and hopes, rain and cold, sunshine and winds.
Together with them she experienced their joyfulness and hope. Theirs was abundant; hers had been lost forever.
She liked to guess their dialogues, their plans and promises, to steal the meaning of their mutual reassurances, to fantasize about the lust of their bodies, to be disappointed with their squabbles, to provide solutions to their needs and wants. She’d like them to be together, inseparable, a wish and a dream to gaze at eternity. She wanted to prevent the ravages of time, the routine, the deceit, the intermingling by others, the compromise, the colorless gaze, the pretentiousness, the fatigue. She sought to guide them like this into the future. To prevent slipperiness, conflicts, and outbursts. She only sought to maintain the gust of their passion. To touch them with the "stay as you are" magic wand. An indestructible life vision. She wanted to do that, but reality is different and the certainty was, her being on one side, and them on the other. Perhaps, if she was 'them' she would still have the possibility.
They used to separate at the central crossroad. East and West. The girl went west, them both towards the east. A short kiss demarcated their daily separation, leaving a feeble sadness hovering, though the ‘every day’ routine did its duty and wiped it away.
Wiped it? Yes, it did. It reacted indifferently, but it worked persistently towards the opposite, and created the perpetuity. She hurried up her step and passed him by. For now the couple went away. Just like her interest in them.
The day moved forward. Occasionally their beauty popped up in her work schedules of the day. She smiled then and her co-workers wondered where the shining in her face came from.
What could you explain? She had spent all her life and freshness to the fading and passing of others.
Everyday, she planned an interaction with them and she even thought of dialogues. She kept repeating "Good Morning" and soma questions to ask them.
Maybe tomorrow.
The day after tomorrow perhaps?
“You just met? Where exactly was that?”
At school, in the neighborhood, on the internet, at the bar. Maybe at the beach. On a daytrip. Oh no, something more promising. To be long-lasting, to have a basis. What kind of basis does make love last? These are naive resolutions, predictions, and questions.
The young lad and the girl started their day together, sunshine in their soul and mind. They were facing the ‘tomorrow’ casually. They scattered a hope for life that sprinted forward and left you behind. She made up her mind and decided to give them a present.


She’s been waiting for years for someone to invite her to dinner with candlelight and crystals, with a red fluid that inflamed the eyes and reddened the cheeks. White tablecloths would spread before them like the sheets that received their bodies. Tunes would sound like the music of their love, a message to others, a shelter for them, flowers everywhere with petals that their hugs scattered away, and all this with a taste that reproduced the chemistry of their bodies.


She found the shop. Stone-built. Its windows just like in fairy tales, so tiny small that you can hardly tell whether Cinderella’s shoe finally fitted her foot. Waiters, customers, dishes, saucers marched quickly in front of her during their evening walks, when she immortalized their short-lived images.
"Yes, a young couple, you will receive them under my name. Right... at a corner table. In front of the fireplace... by the window. Red, yes, red. The entire menu. Abundantly, as it suits them. I do not want any stinginess. You could find me ... "
She has been looking forward to the day itself. She arranged for it. She arrived before they came. She waited at the corner. Every now and then she sought the small envelope in her purse. She looked impatiently right and left, anxious about the outcome. A dog strolled by stepping slowly. It was just tramping. A witness of the encounter. What if they refused? What if they were disturbed? What if they rejected the proposal because of pride? If they uttered to her "with which authority do you interfere?". God no! Her intent was really good. She just had one dream to offer. Where is the wrong? It’s not about the expense. This is definitely not the case. The intent and decision were the hard part.
He arrived first and she saw him with anemones in his hand. He held them modestly by his side like he was shy about them. He attempted to walk past her.
"Don’t go away. Wait! " she told him.
"I am the lady of the morning."
"I know."
"I'd like…"
"What?"
She spent almost a century describing the dream, and only the wide pupils of his eyes confirmed to her the reality. Somewhat negative, annoyed, puzzled, wary, awkward, indecisive, he still struggled with the proposal.
To catch a dream?
How about any payback?
He was still hesitant.
But it seemed so inviting, challenging, so promising. His emotions went away and then returned. He picked it first... he then gave it back. The passing of time appeared so long. It wasn’t, however. Decisions seem to travel kilometers in time before they emerge into the light. Time is being measured in different ways by decision making, sorrow, joy, life itself, and a stopwatch.
He saw her at a distance descending the road, and the February breeze strolling between her tresses
. He saw her reflected in the teary eyes of the lady of the morning, he just saw her, and he was so very close to the dream. A short breath’s distance.
He and his beloved inside the dream.


She saw them with their fiery looks, facing each other, relaxed bodies, hands together like birds, and cupid to be teasing the candle flames.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Πένθος για την απώλεια του γραπτού λόγου

(Δική μου μετάφραση άρθρου του BBC της 3 Φεβρουαρίου 2012)

Η νεωτερίστρια συγγραφέας Virginia Woolf, αποκάλεσε την γραπτή αλληλογραφία «η ανθρώπινη τέχνη, η οποία οφείλει την προέλευσή της στην αγάπη των φίλων». Στο ξέφρενο κόσμο μας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πρέπει να έχουμε κατά νου να γράφουμε με σκέψη και προσοχή, λέει η ιστορικός Lisa Jardine.
Σε αυτές τις ημέρες των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των άμεσων μηνυμάτων, δεν είμαι μόνη, είμαι βέβαια, στο πένθος του θανάτου της παλιομοδίτικης χειρόγραφης επιστολής. Οι ανταλλαγές επιστολών συγκρατούν αποχρώσεις από ανταλλαγές σκέψεων και συναισθήματα κάτι που ηλεκτρονικοί αντικαταστάτες τους απλά δεν μπορούν να το κάνουν. Εδώ είναι ένα παράδειγμα.
Τον Ιούλιο του 1940, με τη χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, η Virginia Woolf, δημοσίευσε μια βιογραφία του καλλιτέχνη, Roger Fry, πρωταθλητή του μετα-ιμπρεσιονισμού και ηγετικό στέλεχος της Ομάδας Bloomsbury. Η χρονική στιγμή δεν θα μπορούσε να ήταν χειρότερη. Η φήμη του Fry ήταν αυτή, ενός αιθεροβάμονος  φιλελεύθερου, ο οποίος πίστευε ότι η τέχνη κατοικεί εντός αυτόνομου τυπικού χώρου απομακρυσμένου από τη χυδαιότητα του κόσμου. Με δεδομένο ότι η Γαλλία έπεσε στα στρατεύματα του Χίτλερ και τα γερμανικά αεροπλάνα σφυροκοπούσαν τη νότια ακτή της Αγγλίας με όλο και πιο τακτικές αεροπορικές επιδρομές, τέτοιου είδους καλλιτεχνικός ιδεαλισμός, στην καλύτερη περίπτωση ήταν εκτός θέματος, στη χειρότερη περίπτωση άσχετος.
Οι περισσότεροι φίλοι της Woolf, ήταν ευγενικά θετικοί για το βιβλίο. Αλλά στις αρχές του Αυγούστου έλαβε μια επιστολή από τον Ben Nicolson, τον 26χρονο κριτικό τέχνης, γιο της στενής φίλη της Vita Sackville-West, ο οποίος υπηρετούσε στην αντιαεροπορική βάση του Κεντ, που βρισκόταν στη γραμμή πτήσης των γερμανικών βομβαρδιστικών. Ο Nicolson επιτέθηκε του κολακευτικού τόνου της βιογραφίας της Woolf, και κατηγόρησε τον Fry ότι απέτυχε στο να συνδεθεί με τις πολιτικές πραγματικότητες του μεσοπολέμου.
"Είμαι τόσο εντυπωσιασμένος από τον παράδεισο του ανόητου στον οποίο αυτός και οι φίλοι του έζησαν," έγραψε ο Nicolson. "Ο ίδιος απέκλεισε τον εαυτό του από όλες τις δυσάρεστες πραγματικότητες και επέτρεψε στο πνεύμα του ναζισμού να αυξηθεί χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση να το ελέγξει."
Απαντώντας στην επιστολή η Woolf, δεν μασάει τα λόγια της:
«Κύριε, σκέφτηκα μέσα μου," απάντησε. «Ο Roger απέκλεισε τον εαυτό του από δυσάρεστες πραγματικότητες, το έκανε αυτός; Τι μπορεί να εννοεί ο Ben; Δεν πέρασε τη μισή ζωή του ταξιδεύοντας στην Αγγλία μιλώντας στους ανθρώπους που ποτέ δεν κοίταξαν μια εικόνα να τους κάνει να δουν τι είδε; Και δεν ήταν αυτός ο καλύτερος τρόπος για τον ελέγξει τον ναζισμό;"
Ενοχλημένος από τον συγκαταβατικό τόνο της Woolf, και αμετάπειστος από το επιχείρημα της, έγραψε και πάλι ο Nicolson, επικρίνοντας τον Fry και την ομάδα Bloomsbury με ακόμη πιο έντονο τρόπο. Αυτή τη φορά η Woolf πήρε προσωπικά τα σχόλιά του και κατάρτισε μια μακρά, αυστηρή απάντηση, στην οποία αντέστρεψε την επίθεση του Nicolson για τον Fry και τον εαυτό της σ' αυτόν. Η ιδιότητα του Nicolson ως κριτικός τέχνης μόλις που αναφέρεται: «Υποθέτω ότι είμαι ανόητη, αλλά δεν μπορώ να βρω την απάντησή σας στην επιστολή σας. Πώς θα έχετε την ευκαιρία να αλλάξετε τη στάση της μάζας των ανθρώπων με το να παραμείνετε κριτικός τέχνης;"
Διαβάζοντας ξανά τα γραφόμενά της, όμως, η Woolf σκέφτηκε καλύτερα τον αυστηρό τόνο της φωνής της και δεν έστειλε την επιστολή. Αντ’ αυτού, την ξανάγραψε με μεγαλύτερη προσοχή, μετριάζοντας τις αιχμηρές παρατηρήσεις της, αρχίζοντας με συγγνώμη. "Νομίζω ότι είναι εξαιρετικά ευγενικό εκ μέρους σας να μου γράψετε," ξεκινάει, "ελπίζω ότι δεν σας ενόχλησε αυτό που είπα. Είναι πολύ δύσκολο όταν κάποιος γράφει γράμματα βιαστικά, όπως κάνω πάντα, να αποφύγει να ακούγεται απότομος."
Είναι η δεύτερη έκδοση της επιστολής που τελικά αποστάλθηκε, και που προφανώς ικανοποιημένος ο αποδέκτης της, κάλεσε εκεχειρία σε ό,τι αφορά τις διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη φήμη του Fry και την επιρροή του. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η Woolf έγραψε για να κανονίσει επίσκεψη του Nicolson, προσθέτοντας: "Είμαι τόσο χαρούμενη που βρήκατε τη ζωή του Roger Fry ενδιαφέρουσα καθώς και εξοργιστική. Λατρεύω να παίρνω τις επιστολές σας."
Δύο πράγματα με εντυπωσίασαν σε αυτή την αλληλογραφία. Το πρώτο είναι οι απλοί καλοί τρόποι, που και οι δύο χρησιμοποιούν όταν απευθύνονται ο ένας στον άλλο, και καταθέτουν τα επιχειρήματά τους, τις διαφωνίες τους, παρά την έντονη διαφορετικότητα των απόψεών τους. Το δεύτερο είναι η εντυπωσιακά διαφορετική έκβαση της αρχικής διαφωνίας. Η Virginia Woolf συγκρατείται και δεν στέλνει την πρώτη μη εγκρατή επιστολή της, την οποία προσεκτικά τροποποιεί έτσι ώστε να μη βλάψει τα συναισθήματα του νεαρού άνδρα – ενός οικογενειακού φίλου, πολύ νεότερου και λιγότερο έμπειρου από τον εαυτό της.
Βέβαια, στάθηκα σε αυτή την αλληλογραφία για ένα σκοπό. Σε αυτή, η Woolf - χρησιμοποιώντας τις καθιερωμένες συμβάσεις της γραπτής αλληλογραφίας εκμεταλλεύεται το χρόνο μεταξύ των απαντήσεων, προκειμένου να ανακτήσει δυνάμεις, να αποσαφηνίσει, να αναπροσαρμόσει και να πάρει τον έλεγχο της διαφωνίας. Το αποτέλεσμα έχει την κομψότητα ενός τυπικού χορού - ένα είδος μενουέτου, στο οποίο οι συμμετέχοντες προπορεύονται ή υποχωρούν, σύμφωνα με καλώς εννοούμενους κανόνες, έως ότου επιτευχθεί ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
Πόσο διαφορετικό από την ταχεία «ανταλλαγή πυρών» των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στα οποία πολλοί από εμάς χρησιμοποιούμε στις μέρες μας ως κυρίαρχο μέσο επικοινωνίας με τους συναδέλφους, τους φίλους, ακόμα και με αγνώστους. Μετά από κάθε εκπομπή μου (Point of view), λαμβάνω μεγάλο αριθμό μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από άτομα που δεν συνάντησα ποτέ, ενώ όταν το κείμενο της εκπομπής αναρτάται στην ιστοσελίδα του περιοδικού του BBC προκαλεί εκατοντάδες ανώνυμα μηνύματα.
Πολύ λίγα από αυτά τηρούν τις αβρότητες που κατοχυρώνονται στην παραδοσιακή αλληλογραφία. Πολλά υιοθετούν απότομο τόνο: «Δεν έχω συμβουλευτεί σωστά τις πηγές μου», επιμένουν, ή «έχω παραπλανήσει τους ακροατές μου». "Καλείτε τον εαυτό σας ιστορικό;". Είναι μια τακτική επιθετικής εισαγωγής μηνυμάτων  ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ως επί το πλείστον έχουν καταργήσει τις λεπτομέρειες του τύπου "Αγαπητή Λίζα» ή «Δικός σας ειλικρινά».
Ωστόσο, αν απαντήσω ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου - και εγώ προσπαθώ να απαντώ σε όλα - η απάντηση που ακολουθεί θα πρέπει να διατυπωθεί με πολύ διαφορετικούς όρους. Θα πρέπει να προλογίζεται από το είδος της καθησυχαστικής παρατήρησης που η Woolf χρησιμοποίησε για την αντιμετώπιση του Nicolson: «Δεν σκόπευα να ασκήσω κριτική" ή "ελπίζω ότι δεν πιστεύετε ότι είμαι αγενής."
Είναι σαν, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης απάντησης, να έχω γίνει ένα πρόσωπο - πραγματικός αποδέκτης της επικοινωνίας - και όχι μια απρόσωπη ταχυδρομική θυρίδα. Έτσι η ευγένεια και οι καλοί τρόποι των ντεμοντέ μορφών επιστολής  έχουν αποκατασταθεί στην αλληλογραφία μας.
Το πιο δραματικό χαρακτηριστικό της ηλεκτρονικής επικοινωνίας είναι ασφαλώς η ικανότητά της να μας βάζει στον πειρασμό να γράφουμε μήνυμα με βιασύνη που εκ των υστέρων θα μετανιώσουμε στον ελεύθερο χρόνο. Καθώς τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καταφτάνουν στα εισερχόμενά μας, απαντούμε φύρδην μίγδην, χωρίς ανάσα, χωρίς να σταθούμε και να προβληματιστούμε σχετικά με απόχρωση ή τόνο. Ως εκ τούτου, συχνά προκύπτουν παρανοήσεις - "Λυπάμαι που σας ενόχλησα," ένας συνάδελφος θα απαντήσει σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που σκόπευε να είναι μια απάντηση ρουτίνας σε ένα θέμα εργασιακό.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρασύρομαι από τα συναισθήματα για την ευταξία των γραπτών επιστολών σε σύγκριση με τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία. Όταν, όμως, τα συναισθήματα κορυφώνονται, μια κακόγουστη επιστολή μπορεί να προκαλέσει τόση συναισθηματική βλάβη, όπως και η κάθε διακεκομμένη-σε απευθείας σύνδεση ανταλλαγή μηνυμάτων. Εδώ είναι ένα άλλο παράδειγμα από την πλούσια αλληλογραφία της Virginia Woolf.
Το 1938, έγραψε στην Vita Sackville-West - με την οποία είχε μια παθιασμένη σχέση στα τέλη του 1920 – αρνούμενη να διαβάσει ένα ποίημα που η Vita είχε στείλει μέσω του συζύγου της Woolf, Leonard. Η Woolf ήταν πληγωμένη με τα σχόλια που η Vita είχε κάνει γι’ αυτήν παλαιότερα:
«Ο Leonard λέει έχετε στείλει ένα ποίημα και θα θέλατε να ξέρετε τι σκέφτομαι για αυτό. Τώρα θα’ πρεπε να το διαβάσω και κανονικά θα εξέφραζα τη γνώμη του με το συνηθισμένο θράσος μου. Αλλά νιώθω πως δεν μπορώ να διαβάσω το ποίημά σας με αμεροληψία, τη στιγμή που οι κατηγορίες σας εναντίον μου, όπως εκφράζονται σε επιστολή σας, αλλά δεν θα αναφέρω, παραμένουν ανεπιβεβαίωτες. "
Η Vita εκνευρίστηκε σφοδρά. Η απάντησή της ήταν ένα ξέφρενο τηλεγράφημα: "Τρομοκρατημένη από την επιστολή σας". Αυτό με τη σειρά του προκάλεσε μια ακόμη επιστολή από την Woolf, την ίδια μέρα:
"Τι στο καλό μπορεί να έχω πει στην επιστολή μου για να προκαλέσει το τηλεγράφημά σας; Ο Θεός ξέρει. Το έγραψα σε πέντε λεπτά, ποτέ δεν το διάβασα, και θυμηθείτε ότι γράφτηκε με μια δόση χιουμοριστικής προφανώς υπερβολής και με βιασύνη."
Η Woolf εξήγησε ότι είχε ενοχληθεί από μια επιστολή που είχε στείλει η Vita λίγο μετά τη δημοσίευση του τελευταίου βιβλίου της. Είχε απαντήσει στην Vita ζητώντας της να εξηγήσει ένα σχόλιο που είχε κάνει ότι «μια στιγμή μας μαγεύετε με την υπέροχη πρόζα σας και την επόμενη στιγμή μας εκνευρίζετε με τα παραπλανητικά επιχειρήματα σας". Ποια ήταν τα παραπλανητικά επιχειρήματα ζήτησε να μάθει η Woolf. Η Vita δεν απάντησε.
«Είναι ένα μάθημα για να μη γράφει κανείς γράμματα», συνέχισε η Woolf μετανιωμένη. «Γιατί υποθέτω, όταν θα διαβάσετε τα αποσπάσματα από τη δική σας επιστολή, θα πείτε ότι δεν υπάρχει τίποτα που να προκαλεί ακόμα και στιγμιαία ενόχληση. Και τολμώ να πω ότι έχεις δίκιο. Έτσι ας το αφήσουμε. Και απολογούμαι και ποτέ δεν θα γράψω γράμμα τόσο απρόσεκτα ποτέ."
Η Virginia Woolf αποκάλεσε την γραπτή αλληλογραφία «η ανθρώπινη τέχνη, η οποία οφείλει την προέλευσή της στην αγάπη των φίλων» και αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της συναισθηματικής ενέργειας χρησιμοποιώντας την αλληλογραφία για τη διατήρηση των φιλικών σχέσεών της.
Οι σημερινές ηλεκτρονικές μορφές της επικοινωνίας ενδέχεται να μην έχουν συναισθηματικό βάθος, αλλά μας επιτρέπουν να συνδεθούμε πιο γρήγορα και αποτελεσματικά, από ό, τι εγώ τουλάχιστον θα μπορούσα να κάνω με πένα και μελάνι. Ακόμα, κι όταν εμείς επωφελούμαστε από αυτά, οφείλουμε πάντα να λάβουμε σοβαρά υπόψη την προειδοποίηση της Woolf, ποτέ να μη γράφουμε απρόσεκτα. Και αν το κάνουμε, να μετράμε τουλάχιστον μέχρι το 10, να το ξαναδιαβάζουμε πριν πατήσουμε "Αποστολή".

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Άλικα κόκκινα

Περιπλανιόταν ώρες στην άδεια πλατεία και τους γύρω δρόμους.
Έμπαινε, έβγαινε σαν τα ανθρωπάκια στο κεντρικό ρολόι αναζητώντας έναν άνθρωπο.
Άδεια η πλατεία και οι δρόμοι. Τενεκεδόκουτα αφημένα κάτω, απομεινάρια φαγητού και περιτυλίγματος από τα άπειρα φαγάδικα της περιοχής.
Το αεράκι, που φυσούσε που και που, μετακινούσε τις χαρτοπετσέτες κι έκανε κάποιο παραθυρόφυλλο να χτυπά σπάζοντας μια επιμένουσα σιωπή.
Ο χώρος έμοιαζε να έχει εγκαταλειφθεί εσπευσμένα. Τα υπολείμματα τροφής και τα κουτάκια μπύρας και αναψυκτικού, που συναντούσαν τα πόδια της καθώς τα έσερνε από απελπισία και κούραση, αυτό μηνούσαν.
Ένας άνθρωπος. Δεν υπάρχει κανείς; Που εξαφανίσθηκαν; Ένοιωθε την κούραση μακρινού ταξιδιού πάνω της. Αναζητούσε γνώριμους, άγνωστους, κάποιον τέλος πάντων, να ολοκληρώσει την αποστολή. Όλοι είχαν εξαφανισθεί. Οι άνθρωποι που έψαχνε. Είχε μια στυφή γεύση στο στόμα, μια πίκρα, από την απογοήτευση.
Τι ακριβώς συνέβη; αναρωτήθηκε. Το σίγουρο ήταν πως έμοιαζε να είναι ο τελευταίος άνθρωπος αυτής της μικρής πόλης.
Της πέρασε από το μυαλό μην είναι πίσω από τις κουρτίνες και κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις δαντέλες; Γρήγορα το απέρριψε. Κοιτάχθηκε καλού κακού μην έχει κάτι που τους τρομάζει, κάτι το ξενικό, το αποκρουστικό. Εκτός από άπειρη σκόνη στο βαρύ αμπέχωνο και τα βαριά παπούτσια δεν πρόσεξε τίποτα.
Τα μαλλιά της. Α ναι! Αυτά!
Αυτά τους τρόμαξαν. Κόκκινα σαν φλόγες μακριά, ξεχτένιστα, πλαισιώναν ακατάστατα το χλωμό της πρόσωπο, αφήνοντας να προβάλλει, μέσα από σκόνη αιώνων, υποψία εκπάγλου ομορφιάς.
Συνέχισε την περιπλάνησή της.
Η κούραση και το αναπάντητο, το επαναλαμβανόμενο, φαινόταν ήδη στον βηματισμό της. Άτονος.
Την εικοστή φορά που μπήκε στην πλατεία ένοιωσε την παρουσία κι άλλου ζωντανού. Το μύρισε, το διαισθάνθηκε, το σίγουρο ήταν ότι το είδε μπροστά της να καταβροχθίζει κάτι που πριν ώρες πρέπει να ήταν κοτόπουλο. Καθόλου δεν ταράχτηκε, συνέχισε την απόλαυση.
Ήταν ένα κακοζωισμένο, μαλλιαρό, θεοβρώμικο, μικρόσωμο σκυλάκι. Όταν πλησίασε αρκετά, απόρρησε κι η ίδια πως και δεν του απηύθυνε την ερώτηση που τόση ώρα τη βασάνιζε. Γύρισε, την κοίταξε, καθόλου δεν τρόμαξε, μετά βίας ξεχώριζαν δύο ολοστρόγγυλα μαύρα μάτια χαμένα πίσω από πλήθος, υπόπτου καθαριότητας, τριχών.
Της φάνηκε ή όχι ότι σαν άνθρωπος σήκωσε το ένα πόδι, σφούγγισε το στόμα, και ξεκίνησε.
Μπροστά αυτός, πίσω αυτή, σ’ ένα νωθρό περίπατο. Άφησαν πίσω τους την πλατεία, την πρώτη ομόκεντρη γειτονιά, και πήραν το δρόμο δυτικά. Τα απρόσωπα εμπορικά δώσαν τη θέση τους στα σπίτια με τα κεραμίδια και τα χρώματα, τις αυλές με τα γιασεμιά, τα αγιοκλιματά, τις γαζίες, τις τριανταφυλλιές.
Ήταν προχωρημένος Μάιος.
Η μαγιάτικη ζέστη, συνηγορούσης και της σκόνης των δρόμων, δεν διευκόλυναν το περπάτημα, αλλά δεν αφαιρούσαν και κάτι από τη σιωπή.
Αυτή σε πλάκωνε. Η απουσία των ανθρώπων, η «άκρα του τάφου» σιωπή, προκαλούσαν ένα φόβο, που σταδιακά εξελισσόταν σε πανικό. Ο σκύλος γύριζε που και που και κοίταζε αν τον ακολουθούσε. Ακόμη δεν ήξερε γιατί το έκανε. Ίσως γύρευε την απάντηση για την ερήμωση της πόλης.
Τι γύρευε αυτή σ’ αυτό το κοιμητήριο; Τι ζητάει σ’ ένα κόσμο μόνη; Και η αποστολή της;
Ποιά απειλή έδιωξε τους ανθρώπους της; Σε ποιά μονοπάτια μπήκαν οι ζωές τους;
Μήπως έχει πεθάνει και δεν το ξέρει; Μήπως αναίτια ζει;
Μήπως γνώριμους ζητάει να διώξει το κακό, το κακό που διαισθανόταν;
Η αιωρούμενη απειλή ακολουθούσε ως ίσκιος όπως αυτή το σκύλο.
Τα χονδροπάπουτσα, καθώς σερνόταν, σήκωναν τη σκόνη ανακατεύοντας την με τις μυρωδιές των κήπων.
Σαν σημείωμα της φάνηκε.
Το σίγουρο ήταν, αν έκρινε από τα αποφάγια, οι άνθρωποι έφυγαν εσπευσμένα. Η απειλή ήταν ξαφνική. Η εκκένωση έγινε «εν μία νυκτί».
Ο λόγος ήταν επιτακτικός. Δεν σήκωνε ολιγωρίες. Είπε να μπει σε κάποιο από τα σπίτια να δει. Μην ήταν κανένας άρρωστος, κανένας ανήμπορος, ηλικιωμένος; Να δει πως τ’ άφησαν. Τακτοποιημένα ή αφημένα όπως σε πανικό; Κι αν την λέγαν κλέφτρα; Αν την πιάνανε την ώρα που δρασκελούσε το κατώφλι;
Αν αόρατα μάτια την παρακολουθούσαν;
Ο φόβος τη λαχάνιασε. Μπορεί και η ανηφόρα.
Ξάφνου ένας υπόκωφος κτύπος έσπασε από μακριά τη σιωπή.
Επαναλαμβανόταν. Νταπ-νταπ.
Το σκυλί έστρεψε ανήσυχο κατά εκεί τα αυτιά του κι ακολούθησε το χτύπο.
Νταπ-νταπ κι από πίσω αυτή.
Επιτέλους κάτι κινείται εκτός από αυτούς. Καθώς πλησίαζαν ο ήχος γινόταν πιο δυνατός.
Ανησυχούσε τώρα για το τί, την προκαλούσε.
Φθάσαν μπροστά σε μια αυλή, με υψηλούς μαντρότοιχους. Η παλιά ξύλινη αυλόπορτα, μισάνοιχτη. Χώθηκε ο σκύλος στο άνοιγμα, παραμέρισε κι αυτή, ακολούθησε από πίσω.
Κάτω από μια συκιά, μια υψηλή γυναίκα, σωματώδης με ανασηκωμένα μανίκια, μαζεμένα φούστα και μεσοφόρια, έσκαβε με έναν κασμά.
Τα μαλλιά της συγκρατούσε λευκό μαντήλι, και οι άσπρες γάμπες της άστραφταν δίπλα σε χώματα, βγαλμένα από πρόσφατο ανοιγμένο λάκκο, χώματα παράξενα, κόκκινα-άλικα. Δίπλα και ανάμεσά τους περήφανα στεκόταν μεγάλα κιούπια.
Μεγάλα κιούπια, δίπλα στα κόκκινα χώματα.
Ο ιδρώτας γυάλιζε σ’ όλο το μέτωπο όταν γύρισε να τους κοιτάξει, το σκύλο κι αυτή.
Έδειξε απορρημένη αλλά για λίγο.
- Βιάζομαι, είπε και ξαναγύρισε στο σκάψιμο. Πρέπει να προλάβω.
- Τους άλλους; τόλμησα να πω. Ο σκύλος γαύγισε δίπλα μου.
- Φύγαν.
- Πού;
- Ποιος ξέρει; Πόλεμος γίνεται. Πόλεμος. Εγώ θάβω τα κιούπια με τυρί, μέλι, λάδι, στάρι. Θα τα χρειασθούν τα παιδιά μου. 

- Συ πούθε έρχεσαι; Ξενομερίτισσα μοιάζεις. Αλλόκοτη η θωριά σου. Τα μαλλιά σαν το χώμα είναι κόκκινα. Άλικα, κόκκινα. Τι ζητάς; 
- Μαρία με λένε. Η Μαρία του Λάμπη.
- Εγώ; Άμπα δεν φεύγω. Θα μείνω να τελειώσω την ταφή, μέλι, λάδι, στάρι και κρασί. 
Αντέχουν στο χώμα... ποιό χώμα δηλαδή; Κόκκινο βάφθηκε. Λες από το αίμα; Το αίμα των νεκρών; 
- Δεν ξέρω. Εγώ από όνειρο έρχομαι σε όνειρο χάνομαι. Τις μνήμες των νεκρών κουβαλάω. Αναζητάω τους ανθρώπους να τις δώσω. Κάπου να τις εναποθέσω. Μου είπαν: «Τα κόκκινα μαλλιά όσο κρατούν εσύ να ψάχνεις. Μην κουραστείς! Μην σταματήσεις! Ο κόσμος πρέπει να ξέρει. Να ξέρει τους νεκρούς».

English Translation
Title: Crimson Red
Written by Maria Toloudi


She’s been wandering for hours in the empty square and the surrounding streets.
She was coming in and out, like those little figures in the city center clock, in search of a human being.
Both, the square and the streets were empty. Tin cans were ditched on the tarmac, remnants of food, and wrappers from the countless canteens in the area.
The breeze that blew from time to time stirred the paper napkins, and forced a shutter to batter against the wall, breaking a persistent silence.
The whole place seemed to have been abandoned in a rush. That was what the remains of food, beer cans, and soda meant to say, coming in contact with her feet as she dragged and kicked them because of despair and fatigue.
Just a single human. Is there anybody here? Where are they all gone? She felt like fatigue of a long voyage fell upon her. She sought friends, maybe strangers, someone, for cryin’ out loud, to complete her mission. All had disappeared. People that she’s been looking for. She felt a sour taste in her mouth, a bitterness of disappointment.
What did exactly happen, she wondered. She seemed to be the last person in this small town 
for sure. 
It crossed her mind whether they were hidden behind curtains and peeked through the lace. She quickly dismissed that. She looked at herself carefully to make sure there was nothing that might have scared them, something alien, or repulsive. Besides vast amounts of dust on her thick coat and her hefty boots, she didn’t notice anything else.
Her hair. Oh yes! Them!
It was her hair that scared them. Red and long like flames, messy, framing untidily her pale face by allowing, through centuries old dust, an allegedly exceptional beauty to be exposed.
She continued her meandering.
Her fatigue and the unresponsiveness, the monotonous, was already manifested in her pace. Languid.
The twentieth time she entered the square she felt the presence of another being. She smelled it, she sensed it, for sure she saw it in front of her to devour something that few hours ago must have been a chicken. Not at all upset, it continued its delight.
It was a harsh-living, hairy, dirty, little dog. After she came close, she wondered how she didn’t ask it the question that distressed her for so long. It turned around, it looked at her, not at all frightened, you could hardly distinguish two perfectly round black eyes, lost behind the swarm of bristles of questionable freshness.
It seemed to her that it lifted one foot like a man, sponged its mouth and departed.
With the dog in front and her in the back, they continued a lethargic walk. They left the square behind, and then the first nearby neighborhood, and took the street to the west. The impersonal commercial sites were swapped for houses with roof tiles and colors, courtyards with jasmine, grapevines, and roses.
It was close to the end of May.
The May heat, reinforced by the dust of the roads, did not make the walking easier, but also did not deprive anything of the quietness.
It was the silence that overwhelmed her. The absence of people, the cemetery-like stillness initiated an anxiety that gradually turned into panic. The dog turned around and looked, to see whether she was still following. Yet she didn’t know why she did it. Maybe she looked for an answer about the desolation of the city.
What was she looking for in that cemetery? What was she looking for in this world all of her own? How about her mission?
Which menace drove her people away? Which pathways have their lives turned to?
Had she already died and she wasn’t yet aware? Does she still live without a reason?
Or is she looking for friends to chase the wickedness away, the evil that she felt approaching?
The hanging peril followed her like a shadow, just like she followed the dog.
Her brogan stirred the dust, mixing it with the scent of gardens.
It appeared to her as a paper-note.
Sure thing, if she had to guess from the food leftovers, people must have fled in a rush. The threat was unexpected. The evacuation took place "overnight".
The reason was compelling. It couldn't accommodate delays. She thought of entering one of the houses to see. Whether there were any people left in it, ill, helpless, elderly. To see how they had abandoned the house. Tidy or deserted like in a rush? What if they blamed her to be a burglar? What if they caught her when she stepped over the threshold?
What if unseen eyes were still watching her?
She gasped from anguish. Maybe from the uphill walk.
Suddenly a thud broke the silence from far away.
It kept repeating. Dap-dap.
The dog twisted restless its ears in that direction and went after the beat.
It advanced... dap-dap, and her behind it.
Finally, something other than them appeared to be moving. As they approached the sound became louder.
She was now worried about what it was; it excited her.
They arrived in front of a courtyard with huge walls. The old wooden gate stood half open. The dog pressed through the opening, she stood aside and she trailed behind.
Under a fig tree, a tall beefy woman with raised sleeves, an amassed skirt and petticoats, was digging with a pick.
A white scarf held her hair together, and her pale legs were gleaming beside the earth plucked from a recently dug pit; strange soils, crimson red. Beside and between them large pots stood proudly.
Large sized pots they were, alongside the red soil.
Her sweat sparkled all over her forehead as she turned to look at them, her and the dog.
She appeared worrisome, but not for long.
- I’m in a hurry, she said, and went back to digging. I have to catch up.
- The rest of them? I dared ask. The dog barked beside me.
- They've left.
- Where to?
- Who knows? There’s a war going on. A war. I’m concealing the pots with cheese, honey, oil, and wheat. My children will need it. 

- How about you? Where do you come from? You look like a stranger. A peculiar face you got. Your hair is red as the soil. Scarlet, red. What are you looking for?
- My name is Maria. Maria of Lampis.
- Me? No way, I’m not going. I’ll stay here to complete the burial, honey, oil, wheat and wine. They are quite resilient to the soil; what kind of soil has this become anyways? It’s been tinted red. Would you say it’s the blood? The blood of the dead?
- Don’t know. I come from a dream; into a dream I will be lost. I am bearing the memories of the dead. I am seeking out the human beings to pass them to. Somewhere to lay them down. They told me: "As long as your red hair stands, keep searching. Don’t get exhausted! Don’t rest! People have to find out. To learn about the dead."


Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Φωτοδότες απο τη Ζηνοβία μου !


PHOTODOTES: the making of from Zenovia Toloudi on Vimeo.
PHOTODOTES, a ‘machinic’ installation, explores the manipulation of natural and artificial light in space, architectured to perform in 3 stages: collecting, transferring and emitting light. The experimentation discusses phenomena related to lack of light, like the lack of vitamin D, depression, women’s cycle patterns irregularities, and work separation from exterior conditions. By augmenting the individual and collective perceptual mechanism, PHOTODOTES emphasizes how light’s relation to energy and the survival leads to well-being of people.

*PHOTODOTES is the plural form of the greek: φωτοδότης = giver of light, luminary

Project credits:
Design: Zenovia Toloudi
Research: Zenovia Toloudi, Ute Meta Bauer (MIT Art, Culture, and Technology), George Toloudis
Construction: Zenovia Toloudi, George Toloudis, Panagiotis Stamboulidis @ Stamboulidis Panagiotis Workshop in Alexandroupolis, Greece
Gallery Installation: Zenovia Toloudi, Dominic Tschoepe, Dimitris Papanikolaou
Photography: Dominic Tschoepe, Dimitris Papanikolaou, Zenovia Toloudi
Music: Philip Glass
Movie: Zenovia Toloudi
Special thanks to: Maria Toloudi, Yannis Stratakis, Theodoros Koukos, Marrikka Trotter, Jonathan Santos, Evelyn Rytz

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Η Ρούλα, ο Λάκης και η Queen

Πρόσφατα ήρθε στη γειτονιά των συνεργείων η Ρούλα.
Η Ρούλα ή Σιδερή σύμφωνα με την ταυτότητά της.
Η Ρούλα με το ξανθό μαλλί και τα χυτά πόδια. Η Ρούλα που με το νάζι και τη χάρη της άλλαξε το κλίμα του ισογείου, εκείνο των λαδιών, της μουντζούρας, του μεροκάματου, των άγουρων παιδιών και μακρινών ταξιδιών. Περπατούσε και το κάθε της βήμα τάραζε τα παλληκάρια. Η χάρη της μούδιαζε τα μέλη. Αυτή τη χάρη και ένα ζευγάρι διαμαντένια καλαθάκια στα αυτιά τα κληρονόμησε μαζί με το όνομα απ’ τη Βυσσιώτισσα γιαγιά της.
Τα τελευταία εκνεύριζαν τον συμπαθέστατο κύριο Σωκράτη τον σύζυγό της. Του θύμιζαν ότι 15 χρόνια γάμου δεν τιθάσευσαν το αγριοκόριτσο της ζωής του.
Η Ρούλα και ο κ. Σωκράτης έχουν διαφορά ηλικίας 30 μόνο χρόνια. Ενωματάρχης στο χωριό της την πλάνεψε ή έτσι νόμιζε και την πήρε 15χρονη. Του διέφευγε πλήρως ότι η Ρούλα από τα 12 το ’χε κάνει τάμα να την “κοπανήσει” από το χωριό με οποιονδήποτε τρόπο, με δάσκαλο, μονιμά, χωροφύλακα ή μυλωνά, λεπτομέρεια.
Γύρισαν τους νομούς της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας με κάμποσες μεταθέσεις που αντιστοιχούσαν επίσης σε λαμπρούς έρωτες της Ρούλας.
Γρήγορα εξοικειώνονταν και ακόμη πιο γρήγορα έκανε δεσμούς. Η διαφορά με τον κύριο Σωκράτη στάθηκε ολέθρια για το γάμο τους. Αισθμαίνοντας πάντα την ακολουθούσε στα καπρίτσια και στα πείσματά της. Διαρκώς της χρωστούσε.
Τον τελευταίο καιρό της χρωστούσε, έλεγε, αυτοκίνητο, καινούριο. Στα συνεργεία έτρεχε η Ρούλα μια και δυο και εκνευριζόταν. Εκνευριζόταν μέχρι το Σάββατο.
Με το που μπήκε στο μαγαζί τον είδε.
- Το αφεντικό λείπει.
Καλέ τι παίδαρος! Τι πόδια και από μάτι σκίζει.
- Το ονοματάκι σας.
- Λάκης.
- Καλέ τι Λάκης, Τριαντάφυλλος.
- Τι θα ήθελε η μαντάμ;
Την καλοκοίταξε και αφήνιασε ως άτι.
Της Ρούλας ξεχείλιζαν όλα.
Ζουμερή ως φρέσκο ροδάκινο, σκέφθηκε.
Λίγο οι ζέστες, λίγο η μοναξιά. Του άρεσε και αυτή τον κάρφωνε με το μάτι.
Πετάρισε το βλέφαρο και απάντησε λιγωμένα.
- Το ψυγείο πάλι τρέχει.
- Θα το δούμε. Όλα στο χέρι μας είναι. Τι την έχουμε την τέχνη. Θα περιμένουμε τον μάστορα;
- Όχι. Μου κάνετε κι εσείς.
Μωρέ μου παρακάνετε.
Ο Λάκης έσκυψε πάνω στο ψυγείο και αυτή απολάμβανε πόδια και γλουτούς.
Μεσολάβησαν μερικές άνευ λόγου επισκέψεις μέχρι που στην τελευταία, ο Λάκης απουσίαζε από το χώρο. Ταράχτηκε.
Ο μάστορας της λέει,
- Κυρία Ρούλα θέλετε κάτι; Τρέχει τίποτα;
- Ναι...όχι έχετε δουλειά, να πηγαίνω.
Που;
- Μια άλλη μέρα θα περάσω...

- Όπως θέλετε κυρία Ρούλα.
Η Ρούλα προχώρησε προς την άσφαλτο να πέσει ή να μη πέσει στις ρόδες των κινούμενων οχημάτων. Μαύρη απελπισία.
Την πάτησες άγρια, μου φαίνεται, Ρούλα.
Ψυχραιμία.
Βυθισμένη στις σκέψεις είδε, ένοιωσε ένα κύμα αέρος και έναν όγκο στο πλάι της να σταματά μαζί με τον αέρα.
Ο Λάκης πάνω στο άτι του. Τι άτι του δηλαδή, μια Africa Twin και αυτός αφρικανός με μαύρο σορτσάκι και μια λάβα να τυλίγει αναβάτη και μηχανή.
Μετατράπηκε η Ρούλα εις λίθον.
Να τον προσκυνήσει, να τον αγκαλιάσει, να τον μασουλήσει, τί;
Φαίνεται το βλέμμα της ξεφεύγει της μετατροπής και παρέμεινε εκφραστικό, γιατί πως να δικαιολογήσει κανείς την όλη αβρότητα του Λάκη περί βόλτας.
Άγνωστη η απάντηση.
Το σώμα της πήρε πρωτοβουλίες πάλι και εγκαταστάθηκε πίσω του.
Η φούστα της παρανέβηκε, τα πόδια της αγκάλιασαν το κάθισμα και τα χέρια της τανάλια στη μέση του. Έγειρε το σώμα πάνω του στην αρχή από τον πόθο να γίνει ένα μαζί του και ύστερα από την ώθηση της εκκίνησης. Το στήθος της εμπόδιζε, δημιουργούσε κενό, με λίγο σπρώξιμο, ως στρείδι κόλλησε πάνω της.
Ο θόρυβος της μηχανής, οι κραδασμοί της τάραξαν τα σωθικά της. Το αεράκι της έφερνε μυρωδιά από γκάζι, ιδρώτα, after-shave και αλμύρα.
Το σώμα της εξαφανίσθηκε. Ο Λάκης, η μηχανή κι αυτή είχαν γίνει άνεμος.
Ένας άνεμος ερωτιάρης, ένας άνεμος δυνατός, ένας άνεμος φλογισμένος, ένας άνεμος λυσσαλέος.
Μια φλογισμένη υπερταχυνόμενη μάζα είχαν γίνει. Μια μάζα κινούμενη εκτός ορίων. Τα όρια είχαν καταργηθεί. Μια διάσταση υπήρχε η ευθεία - και μ’ αυτήν τείναν να ταυτισθούν. Η ταχύτητα τους και η ορμή τους, κατήργησε τους όγκους.
Το φως ένος απριλιάτικου ήλιου άστραψε στον καθρέπτη και εκεί ήταν που η Ρούλα τον αντάμωσε, τον είδε. Συνάντησε τη ματιά του. Γύρισε, την φίλησε. Πότε; Δεν κατάλαβε. Το είδε στον καθρέπτη; Ή όντως γύρισε και της χάρισε τα χείλη του σε ένα φιλί γρήγορο όπως ο άνεμος.
- Φτάσαμε. Θα κατεβείτε;

Και που να πάει; Αυτή είχε γίνει άλλη. Η κόρη του ανέμου. Δεν ήταν η Ρούλα. Η Ρούλα του πλαδαρού κυρίου Σωκράτη. Ήταν η Ρούλα του Αφρικάνου. Η Ρούλα μιας εμπειρίας 750 κυβικών και ενός 22 χρόνων αναβάτη με βυσσινί χείλια, χρυσόξανθες τρίχες, ελεύθερου και ατίθασου ως η “Βασίλισσά” Του.


English Translation
Title: Roula, Lakis and the Queen
Written by Maria Toloudi

Roula arrived recently in a neighborhood with automobile workshops.
Her full name, Roula Sideri, according to her ID card.
Roula with her blond hair and her fine shaped legs. Roula, with her mannerisms and charm, changed the atmosphere in the shop-floor, one of motor oils and dirt, of daily wages, of an immature youth and far away voyages. She walked and her every step troubled the lads. Her grace numbed their body parts.
She had inherited her charm and a pair of diamond earrings, as well as her name, from her Vyssiotissa grandma.
The latter irritated adorable Mr. Socrates, her husband. It reminded him that 15 years of marriage were not enough to tame the wild woman of his life.
Roula and Mr. Socrates differed in age by a mere 30 years. As a police sergeant in the village, he seduced her, or so he thought, and made her his at the age of 15. He wasn't aware that Roula had already made a vow since she became 12 to escape from the village in every possible way, with a teacher, a career military, a policeman or a miller, that would be merely a detail.
They wondered around the prefectures of Thrace and Eastern Macedonia where he got transferred, also matching some of Roula’s dazzling love affairs.
She became
swiftly /span>familiar, and even more speedily she built relationships. The age difference with Mr. Socrates proved disastrous in their wedding. Panting heavily, he permanently followed her in her whims and tantrums. He was continuously indebted to her.
Lately he owed her, he’s been saying, a new automobile. Roula visited the workshops in the area and got increasingly irritated. Until that Saturday.
As soon as she entered the store she saw him.
- The boss is out.
My Gosh, what a gorgeous lad! What a pair of legs, and his eyes, to tear you apart.
- Your teeny-weeny name, please.
- Lakis.
- My Gosh, why Lakis, it’s Triantafyllos.
- What would the Lady desire?
He looked at her intensely and stampeded like a horse.
All of Roula’s candy parts kept rolling over.
Juicy like a fresh peach, he thought.
Maybe owing to the heat, maybe as a result of solitude. He fancied her and she’s been nailing him with her eyes.
She fluttered her eyelids and responded with lust.
- The oil cooler's leakin' again...
- I see. Everything in under control. What else for are we the expert? Are we gonna wait for the boss?
- No need. You’re just fine.
You’re much more than just fine, she thought.
Lakis bent over the cooler and she enjoyed looking at his legs and buttocks.
Some follow-up unnecessary visits to the workshop took place until that last one, when Lakis was absent from the site. She looked disturbed.
The boss says,
- Mrs Roula, did you want anything? Something wrong?
- Yeah... no, you’re too busy, I gotta go.
Where to?
-I’ll come over another day...
- As you wish, Mrs. Roula.
Roula walked towards the asphalt road, ready to throw herself to the wheels of the passing vehicles. An abysmal despair.
Roula, you got screwed big time, seems to me.
Keep cool.
Absorbed in her thoughts she saw, she felt a wave of breeze and a bulk at her side, stopping along with the breeze.
It was Lakis riding his horse. And what a horse this is, an Africa Twin, and him, as an African too, with black shorts and a lava heat surrounding the rider and his motor.
Roula froze into stone.
Do what next? Adore him, hug him, chew him, what?
It seemed her gaze looked more than inviting and stayed quite expressive, because, how can anyone explain Lakis’s overall courtesy about a ride.
The answer remains unspecified.
Her body took again the initiative and she moved behind him.
Her skirt pulled higher, her legs hugged the seat firmly, and with her arms she gripped him on his waist. She leaned her body onto his, initially from lust and the desire to become one, and then from the thrust of the motor spurt. Her bosom obstructed him, it kept her at a distance, but with a little nudging, he glued himself as an oyster onto her.
The sound of the engine, and the wobbling shook her guts. The breeze brought to her the smell of gas, of sweat, of after-shave and saltiness.
Her body vanished. Lakis, the motorcycle and her had turned into an air stream.
A flirtatious wind, a powerful wind, a blazing wind, a fierce wind.
A flaming accelerating mass they had become. A mass moving out of bounds. The constraints were gone. There was only one dimension left, a straight line - and they almost became one with it. Their speed and momentum obliterated the volumes.
The light of the April sun flashed in the mirror and it was there that Roula looked at him. She saw his gaze. He turned, and kissed her. When exactly did it happen? She hasn't realized. Did she simply watch it in the mirror? Or did he actually turn around and offered her his lips in a swift kiss, like the wind.
-We arrived. Shall you get off?
Go where to? She had become someone else. A daughter of the wind. It wasn’t Roula anymore. Roula of flabby Mr. Socrates. She was Roula of the African. Roula with the experience of a 750 cc and a 22 year old rider with crimson lips, goldenblond hair, free and untamed just like his own "Queen".